Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Χρόνια Πολλά Γεμάτα ΦΩΣ


Από που να έρχεται αυτό το Φως.
Πίσω από σκοτεινές βουνοκορφές, καθώς ξεψυχά μιά κατεγίδα;
Mήπως από μιά φωτεινή πηγή, που μπροστά της έχουν βάλει ένα παραμορφωτικό φακό;
Mήπως από μιά άγνωστη έκρηξη;
Μέσα από αλόκοτους σχηματισμούς σύννεφων, που στάζουν βροχή;
Μήπως από τις ακτίνες του Ήλιου καθώς βυθίζονται στον Ωκεανό;
Aπό μιά ανεξιχνίαστη συμπαντική οντότητα, μήπως;
Μήπως είναι από κάποια φάση εξέλιξης πειράματος, που αναζητά νέες δυναμικές μορφές ισορροπίας των στοιχείων της φύσης;
Ή μήπως είναι ένα θαύμα:
Ένα Θαύμα!!! Είναι ένα Θαύμα.!
"Εγένετο Φως"
Κλείνω τα μάτια μου.
Ζω τρεις χιλιάδες χρόνια πριν από το Χριστό. Λατρεύω το Μίθρα το Βασιλειά Ήλιο που γεννήθηκε στο Ιράν. Του αποδίδω τιμές δυό φορές το χρόνο. Την ημέρα του χρόνου που είναι κοντά μου περισσότερο από κάθε άλλη ημέρα, αλλά και την ημέρα που μου λείπει περισσότερο από κάθε άλλη . Τις ημέρες του θερινού και του χειμερινού ηλιοστασίου. Στις 24 Ιουνίου και 24 Δεκεμβρίου. Αυτές τις δυό μέρες του χρόνου ανάβω φωτιές προς τιμή του θεού Ήλιου και κείνος μου δίνει για αντάλλαγμα μαντικές ικανότητες. Γίνομαι ιερέρεια της θεότητάς του. Διαδίδω την λατρεία του μέσω των ελληνικών αποικιών της Μικρασίας, στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο. Τώρα ο Θεός που λατρεύω δεν είναι πιά Πέρσης. Είναι ένας πανέμορφος Έλληνας θεός, που τον λένε Απόλλωνα! Η ομορφιά του και η αγάπη του για τη μουσική με έχει μαγεύσει. Τώρα ζώ μόνο για να τον λατρεύω και να τον υμνώ. Όμως ο χριστιανικός κόσμος του κυρίσσει τον πόλεμο. Φαίνεται πως ο θεός μου ξεψυχά μαζύ με τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο. Και ξαφνικά, εκεί που φαίνονταν να είχαν όλα πεθάνει, ένας πανέμορφος νεαρός φιλόσοφος-αυτοκράτωρ, χτίζει ναούς αφιερωμένους σε κείνον και κάνει θυσίες προς τιμήν του. Είναι ο γυιός του Ήλιου, ο κατά κόσμον Ιουλιανός και κατά τους χριστιανούς Παραβάτης...Όμως όσο και αν προσπαθεί ο Ιουλιανός να επαναφέρει τη λατρεία του Θεού μου, από το μαντείο των Δελφών, δια στόματος Πυθείας, έρχεται ο τελευταίος χρησμός του , που καταδικάζει τον ίδιο του τον εαυτό σε θάνατο.. " Είπετε τω Βασιλεί.....χαμαί πέσαι δεδάλου αυλά, μηκέτι φοίβος έχειν καλύβα, μηδέ μάντιδα δάφνη, ουδέν παγάν ρέουσα, απέσβετο και λάλον ύδωρ...".
Όμως ο Θεός μου δεν πέθανε!!! Αναστήθηκε μέσα από τις λατρευτικές συνήθειες των χριστιανών...Δυό φορές το χρόνο, κατά το θερινό και χειμερινό Ηλιοστάσιο, οι άνθρωποι ανάβουν φωτιές και επιδίδονται στη μαντική τέχνη... Στις 24 Ιούνη, (παραμονή του Αϊ Γιαννιού) λένε, πως ανάβουν φωτιές για τον Άγιο Γιάννη το φανιστή (επειδη, λένε άστραψε ο κόσμος σαν γεννήθηκε) , που τους φανερώνει την τύχη τους μέσα από τον κλείδωνα!! Και στις 25 του Δεκέμβρη, μέρα που γεννήθηκε ο Θεός μου ο Μίθρα, στο Ιράν, λένε πως γεννήθηκε ο Χριστός, και ανάβουν παντού φώτα. Με φώτα στολίζουν τα σπίτια ,τους δρόμους, τα δένδρα.... Φώτα.. Παντού φώτα! Παντού.
Στα χωριά μας οι κοπέλλες φέρνουν το αμίλητο νερό για να δουν στον ύπνο τους ποιόν θα παντρευτούν. Οι γέροι μαντεύουν τις σοδιές από τα πηδήματα των φύλλων πάνω στη φωτιά. Μέχρι και τα ζώα ξενυχτούν μουγγανίζοντας τον καιρό της χρονιάς..Και στις πόλεις... Εκεί ξενυχτούν στα Καζίνο..Τέτοιο ξέφτυσμα της λατρείας του Θεού μου στις πόλεις!!!... Είχα πάει και γω (τέτοιες μέρες) σε ένα καζίνο-ξενοδοχείο, στο Ατλάντα city της πολιτείας Ατλάντα των Ηνωμένων Πολιτειών..Και ήθελα να φωτογραφίσω τον φουρτουνιασμένο ωκεανό από το δωμάτιό μου στον 25ο όροφο του ξενοδοχείου. Μα το παράθυρο δεν άνοιγε. Φώναξα τον καμαριέρη, Μου είπε πως απαγορεύται να το ανοίξει. Ύστερα ρώτησα τους φίλους μου το γιατί...Μου είπαν: Για να μην αυτοκτονούν πέφτοντας από εκεί, αυτοί που έχασαν την περιουσία τους...Ανατρίχιασα!...Όχι δεν θέλει τέτοιες θυσίες ο Θεός μου, και νομίζω κανένας θεός του κόσμου...

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Μιά ανεμώνη του βυθού για ένα λουλούδι της Γης.....


που άφησε την πορφύρα του, στους "ασφαλτους" δρόμους της πόλης που "προστατεύται"
από τη Βία και την ασχήμια.
Αλέξανδρε πάρε μαζύ σου την ανεμώνη. Μόνο κοντά σου, στον ουρανό, και στο βυθό της θάλασσας, μπορεί να ανασάνει την ομορφιά που της χρειάζεται για να ζήσει.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Με αγάπη από τον βυθό.

Για τον Προμηθέα Δεσμώτη.


Το σαλιγγάρι του βυθού, έβαλε τα καλά του και βγήκε τσάρκα, με τις κεραίες σε κατάσταση συναγερμού..
Να αποτυπώσει εικόνες άπειρης ομορφιάς για να ανακαλέσει μέσα από αυτές, ότι πιό υπέροχο είναι καταχωνιασμένο στο βυθό της ανθρώπινης ψυχής.
Πιστεύει (με τρόπο απόλυτο) στα λόγια του Μαγιακόφσκυ. "Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο".

Υ. Γ Η φωτογραφία μεγενθύνεται.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

H Μοναξια



Αυτός ο πίνακας βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Μόλις λίγα μέτρα κάτω από τα πόδια μου. Και μόλις λίγα μέτρα μακρυά από το βράχο που φιλοξενεί συχνά τη μοναξιά μου. Τη μοναξιά που κανένας δεν υποψιάζεται. Ωστόσο υπάρχει, όπως ακριβώς υπάρχει και αυτή η εικόνα, που αποτυπώθηκε σε αυτή τη φωτογραφά χωρίς καμιά τεχνική/τεχνολογική παρέμβαση. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο αποτυπώθηκε στο νού μου, στη συνήδειση και την ψυχή μου. Οι προσωπικές εμπειρίες των αισθήσεων,των αισθημάτων,της γνώσης και της αυτογνωσίας, αποτελούν τις πιό άμεσες γνώσεις που έχουμε αλλά, και τις πιό δυσεξήγητες. Πρωτόπλαστ- ανοίγω τα μάτια μου για πρώτη φορά στο φως και βλέπω αυτή την εικόνα. Τι αντίληψη θα σχημάτιζα για τον κόσμο που με περιβάλλει;
Νομίζω μιας ομορφιάς δυσβάσταχτης από τη μοναξιά...Και ίσως η γνώση αυτή να με ξαναγύριζε πίσω... Στο ανύπαρκτο άπειρο.

Υ.Γ
Μεγιστοποιήσετε την εικόνα.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Η Βάφτιση

Σε αυτή τη βάφτιση συνέβει ακριβώς το αντίθετο από ότι συμβαίνει συνήθως. Έκλαιγαν όλοι οι μεγάλοι ενώ όλοι οι μικροί γελούσαν!!!.
Αυτό ακριβώς συνέβει στην εκκλησία του χωριού μου, πριν μία ώρα περίπου!
Φίλοι. Έχετε καταλάβει πως θέλω να μοιράζομαι μαζί σας τα σημαντικά γεγονότα του χωριού μου. Αυτό έκανα και κάνω. Και γιαυτό θα σας μιλήσω τώρα. Το χωριό μου, το χωριό που γεννήθηκα, μεγάλωσα, (όσο μεγάλωσα, γιατί πρέπει να σας πω πως αρνούμε να μεγαλώσω) και ζω , είναι ένα χωριό που ζούμε περίπου 300 άνθρωποι το χειμώνα. (Το καλοκαίρι ο πληθυσμός του χωριού υπερτριπλασιάζεται.) Το χωριό μου είναι χτισμένο πριν 700 περίπου χρόνια και κατοικείται συνεχώς από τότε. Κατά καιρούς έχει δεχθεί ανθρώπους από διάφορους τόπους (ειδικά με τη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά και πολύ νωρίτερα) οι οποίοι ενσωματώθηκαν με τους ντόπιους σε σημείο που να μην θυμάται πιά κανείς το μακρυνό παρελθόν του. Π.χ το υποφαινόμενο Fractal ψάχνοντας βαθειά μέσα του, για να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά, το χαραχτήρα του, αλλά και την εξωτερική του εμφάνιση, έχει καταλήξει με βεβαιότητα, ότι θα είχε πρόγονο κάποιο πειρατή από τις χώρες της Βόρειας Αφρικής (Μπαρμπαριά , Μαρόκο, Αλγέρι κλπ), που ερωτεύτηκε κάποια κοπέλλα από το χωριό και ξέμεινε μαζί της στο νησί, ή που άφησε εδώ τον σπόρο του. Είπα πολλά όμως χωρίς να υπάρχει λόγος. Ή υπάρχει? Εσείς θα κρίνετε. Σήμερα λοιπόν πριν μιά ώρα περίπου, στην κεντρική εκκλησία του χωριού μου, έγινε μιά βάφτιση. Βαφτίστηκαν τρία αδέλφια από την Αλβανία. Ο Ηλίας, 15 χρόνων, ο Παναγιώτης 11 χρόνων και ο Γιάννης 5 χρόνων. Βέβαι και τα τρία παιδιά καθώς και οι γονείς τους, είχαν πάρει πολύ νωρίτερα το χρήσμα της αποδοχής τους στην κοινωνία του μικρού μας χωριού, αφού η συμπεριφόρά τους ήταν απολύτως συμβατή με τις αξίες του χωριού. Οι νονοί ήταν χωριανοί .Η μία νονά, που είχε χάσει πρόσφατα τον άνδρα της, έδωσε στον Γιάννη το όνομά του. Στην πραγματικότητα όμως, νονοί ήταν όλη η κοινότητα του χωριού, που όχι μόνο παρευρέθηκε, αλλά και συμμετείχε με διάφορους τρόπους στο μυστήριο. Για την περίπτωση κατασκευάθηκε από χωριανό μας σιδερά, μια μεγάλη μεταλλική ανοξείδωτη κολυμπήθρα-δεξαμενή. Άλλος έδωσε μιά μικρή σκαλίτσα τεσσάρων βαθμίδων για να μπουν τα παιδιά μέσα στην κολυμπήθρα, άλλος βοηθούσε στις πρακτικές ανάγκες του μυστηρίου, (κουβάλημα νερού κλπ.) Όλοι ήταν συκγινημένοι, και όλοι σκούπιζαν τα μάτια τους κρυφά ή φανερά. Μόνο τα παιδιά , οι νεοφώτιστοι και οι φίλοι τους, καταχαίρονταν. Είχαν τριγυρίσει την κολυμπίθρα και συμμετείχαν δίνοντας συμβουλές
στους φίλους τους.
-Κλείσε τη μύτη σου όπως όταν βουτάς στη θάλασσα να μην μπουν μέσα νερά..
-Κλείσε τα μάτια σου γιατί το νερό έχει μέσα λάδι και θα σε τσούξει.
-Κρατήσου καλά μην γλυστρήσεις..
-Κάνε μια προσευχή για να γίνει ότι πεις.
Όλλα περίμεναν να πιάσουν τις λαμπάδες , αλλά χάρηκαν όταν ο παππάς μας , έδωσε τις λαμπάδες στα ίδια τα παιδιά που βαφτήστηκαν να τις κρατήσουν..Το παιδομάνι όμως αποζημειώθηκε, όταν τους ανέθεσαν να μοιράσουν τις μαρτυριές, και να παρασταθούν στο τραπέζι που προσφέρονταν η παραδοοσιακή σουμάδα (είδος αναψυκτικού από αμύγδαλο) που προσφέρεται πάντα στους γάμους καιι στις βαφτίσεις. Στην τελετή παρευρέθησαν και οι δασκάλοι του σχολείου των παιδιών, (ενώ ο διευθυντής του σχολείου απουσίαζε...) που ασφαλώς είχαν καλέσει τα ίδια τα παιδιά. Τα παιδιά ήταν τόσο υπερήφανα που θα βαφτίζονταν, ώστεμέρες τώρα όποιον χωριανό έβλεπαν τον ρωτούσαν αν θα έρθει στη βάφτισή τους. Ειδικά ο Παναγιώτης που είχε χειρουγρηθεί πρόσφατα από σκολικοειδίτιδα είχε καλέσει και τον γιατρό του. (μου είχε ζήτησε το τηλέφωνο του γιατρού του, για το λόγο αυτό)
Φίλοι μου. Ήθελα να μοιραστώ μαζί σας αυτές τις όμορφες στιγμές που έζησα σήμερα το πρωί στο χωριό μου. Θα ζητήσω την άδεια από τους γονείς των παιδιών και αν συμφωνήσουν θα αναρτήσω φωτογραφίες για να πάρετε μια πιό ζωντανή εικόνα από τις όμορφες στιγμές μιας μικρής κοινότητας ανθρώπων, που ζει χωρίς μεγάλες οικονομικές απαιτήσεις, που χαίρετε με τη χαρά των μελών της, και που συμμετέχει ενεργά στο πένθος και τη θλίψη τους. Αυτό τον καιρό, μετά από ένα τραγικό τροχαίο ατύχημα που συνέβει σε νεαρό μέλος της κοινότητας, όλο το χωριό συγκεντρώνεται τα βράδυα στην εκκλησία για να προσευχηθεί, την ώρα που ο παππάς κάνει παράκληση γιά την σωτηρία του νεαρού. Να λοιπόν δυό όψεις της ζωής που βιόνονται ομαδικά. Κανένας δεν λέει σε κανένα τι πρέπει να κάνει. Ο καθένας μας, φέρνει μέσα του τα στοιχεία εκείνα που του υπαγορεύει η συνείδησή του. Η συνείδηση που έχει διαμορφωθεί μέσα από τους αιώνες της ζωής του χωριού μου. Και η συνείδηση αυτή έχει θεμελειώσει την κοινωνική συγκρότηση που μας έχει επιτρέψει να επιβιώσουμε ιστορικά μέσα από τις πιό αντίξοες συνθήκες...Γιατί ο τόπος μου έχει κατά καιρούς αφανιστεί από φυσικές καταστροφές αλλά και από την κατάρα της ανθρώπινης απληστίας και εκδήκησης... Ασφαλώς θα έχετε καταλάβει ποιός είναι ο τόπος μου..

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Κτήμα-το-λόγιον

Μου είπαν: Τρέξε.! Δεν θα προφτάσεις την προθεσμία. Πρέπει όπωσδήποτε να πας στο κτήμα-το-λόγιον....Υπέροχα, σκέφτηκα. Ένα κτήμα που θα είχαν συγγεντρωθεί πολοί λόγιοι με θαυμάσιες ανακοινώσεις. Πέταξα να προφτάσω. Καθώς χαμήλωνα προς τη Γη είδα τη λαοθάλασσα. Ωραία, σκέφτηκα. Δεν έχουν κλείσει ακόμα οι πύλες του κτήμα-το-λόγιου. Προφτάνω να μπω μέσα . Και μπήκα. Πλησίασα τους ανθρώπους κάθε φύλου και ηληκίας. Χαμογέλασα όλο χαρά σε κάποιον, και στάθηκα πλάϊ του....Υπέροχα. Βρισκόμουν ανάμεσα σε ένα υπέροχο κόσμο... Όμως ο κύριος που στάθηκα πλάϊ του, καθόλου δεν ένοιωσε ευτυχισμένος, όπως εγώ. Με κοίταξε άγρια την ίδια ακριβώς στιγμή, που το πλήθος αναταράχθηκε περίεργα φωνάζοντας ερωτηματικά και απειλητικά προς το μέρος μου. -Εμείς είμαστε κορόϊδα ;;;; Εξακολουθούσαν να με ρωτούν και να χειρονομούν, ακόμα και όση ώρα τους έλεγα ότι καθόλου δεν ήταν κορόϊδα, και πως είχαν αυτή την εντύπωση; - Στη σειρά σου ..στη σειρά σου, φώναζαν όλοι μαζί, ενώ κάποιο χέρι με όμορφα στολίδια στο μανίκι του, με άρπαξε και με πέταξε στο τέλος της λαοθάλασσας. Ωραία, σκέφτηκα. Από εδώ μπορώ να βλέπω μπροστά μου, όλους αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους που δεν μπορούσα να δω, αφού ήταν πίσω μου.. ..
Μετά από λίγη ώρα, και καθώς κάθε τόσο γύριζα πίσω για να χαμογελάσω στους νεοφερμένους που δυστυχώς έπερνα θέση πίσω μου και όχι μπροστά μου για να τους κοιτάζω γλυκά, παρατήρησα πως κρατούσαν δύο χαρτιά που έγραφαν επάνω τη λέξη "αίτηση", ενώ εγώ είχα μόνο ένα... Χρησιμοποίησα το πιό όμορφο χαμόγελό μου για να τους ρωτήσω... -Γιατί εσείς καλέ, κρατάτε δυό αιτήσεις? Ο άνθρωπος με κοίταξε σαν να είμουν ηλήθιο. Και είμουν. Κρατούσαν την δεύτερη αίτηση γιατί ζητούσαν να τους δοθεί το χαρτάκι για την παραλαβή του αιτήματός τους πιό γρήγορα από εμένα....
Αλλά για να τους δοθεί πιό γρήγορα το χαρτί αυτό, έπρεπε να βάλουν πάνω στη δεύτερη αίτηση το μεγαρόσημο..Είδα αυτό το μεγαρόσημο και ζήλεψα. Ήταν ένα υπέροχο πράσινο χαρτάκι που έπρεπε όπωσδήποτε να το αποκτήσω, αλιώς θα αργούσαν να ικανοποιούσαν το αίτημα της πρώτης αίτησης. Να μου δώσουν δηλαδή την άδεια να μπώ στο κτήμα-το-λόγιον.
-Και που θα βρώ αυτό το μεγαρόσημο ; Ρώτησα ταπεινομένο.
-Ρώτησε τον αστυνομικό, μου απάντησε άλλος κύριος, βλοσυρά. Κοίταξα στο σημείο που μου έδειξε και είδα το στολισμένο μανίκι να τεντώνεται και να διατάζει. Ήταν υπέροχο. Έτρεξα όσο μπορούσα πιό γρήγορα κοντά του...
-Ωφείλω να σας συγχαρώ για το καλό σας γούστο κύριε. Μπορείται να μου πείτε που θα βρώ αυτό το υπέροχο μεγαρόσημο; Χωρίς να γυρίσει το στολισμένο κεφάλι του , έπλωσε το στολισμένο του μανίκι και μου έδειξε την πίσω πλευρά του υπέροχου κτιρίου.. -Θα πας τζάμι-τζάμι και όταν φτάσεις στη σκάλα θα κατεβείς στο τρίτο υπόγειο..
Έτρεξα γεμάτο χαρά. Πλην όμως δεν κατάφερα ούτε στο πρώτο υπόγειο να φτάσω...Ένα μεγάλο αλλά υπέροχο πλήθος με περίμενε εκεί που άρχιζε το πρώτο υπόγειο , για να με καλωσορίσει και να με βάλει στη θέση που είχαν κρατήσει ειδικά για μένα.
Ρώτησα: Είσαστε ο τελευταίος στη σειρά κύριε? -Ναι μου απάντησε, χωρίς να με κοιτάξει. -Αχ πολύ ωραία. Τώρα θα είσαστε ο πρότελευταίος. Είπα και του χαμογέλασα ευτυχισμένα την ώρα που τον έκανα μπροστινό μου. Μα εκείνος φάνηκε να μην έγινε ευτυχισμένος. Αλλά έκανε τον κόπο να μου ρίξει μιά υπέροχη γεμάτη νόημα ματιά, και να κουνήσει το κεφάλι του με ένα μορφασμό κατανόησης της βλακείας του κόσμου..
Η χαρά μου ήταν τεράστια που βρισκόμουν εκεί, και απολάμβανα την κάθε στιγμή. Κάθε μερικά λεπτά κατέβαινα και από ένα σκαλοπάτι. Έτσι κάποια στιγμή έφτασα στο πρώτο και ύστερα στο δεύτερο υπόγειο. Είχαν τελειώσει πια όλα τα σκαλιά του τρίτου υπογείου και κόντευα να φτάσω επί τέλους στο σημείο από όπου θα αγόραζα το υπέροχο πράσινο χαρτάκι, όταν μιά αγγελική φωνή ανακοίνωσε: -Μεγαρόσημα τέλος....Το πλήθος ξέσπασε σε κραυγές ευτυχίας, όταν άκουσε πως θα μπορούσε να βρεί μεγαρόσημα στον ημιόροφο. Με μιά απότομη στροφή άρχισαν να τρέχουν όλοι μαζί προς εκεί που ήταν ο ημιόροφος..Εγώ βρέθηκα στο τέλος αφού είμουν από τους πρώτους και έγινε η αναστροφή..
Γύρισα επομένως πάλι στο δεύτερο υπόγειο, και τώρα ανέβαινα τα σκαλιά αντί να τα κατεβαίνω όπως πριν. Η κοπέλλα που βρισκόταν μπροστά μου κάθε τόσο και λίγο γύριζε να κοιτάξει πίσω της. Το ίδιο έκανε και μπροστινή της . Το ίδιο και η μπροστινή της μπροστινής της. Εγώ δεν τολμούσα να κοιτάξω πίσω μου..Όταν έφτανα πιά στην κορυφή της σκάλας έκανα το ίδιο. Η ευτυχία μου όλο και μεγάλωνε. Η ευτυχισμένη στιγμή που θα έπιανα το υπέροχο πράσινο χαρτάκι στα χέρια μου όλο και πλησίαζε...
Και έφτασα μπροστά στον παραθυράκι σε απόσταση τριών ανθρώπων. Τότε ήταν που άκουσα την μελωδική φωνή του ανθρώπου μέσα από το παράθυρο να αναγγέλει. -Μεγαρόσημα τέλος.. Το πλήθος χαμογέλασε όλο ευτυχία, ενώ κάτι υπέροχα χέρια τέντωνα και χειρονομούσαν όλο χάρη.. Την ίδια στιγμή ένα άλλο στολισμένο κεφάλι ανήγγειλε πως μεγαρόσημα υπήρχαν στα γραφεία του δικηγορικού συλλόγου, στον τρίτο όροφο του πλαϊνού κτηρίου. Ένα σύννεφο με άρπαξε και με άφησε έξω από το γραφείο του δικηγορικού συλλόγου στον τρίτο όροφο του πλαϊνού κτιρίου. Πλήν όμως, πάλι στο τέλος της σειράς..Τα άκρα μου είχαν αρχίσει να με πονούν, μα η ευτυχία που θα έμπαινα στο υπέροχο μέγαρο του οποίου το μεγαρόσημο θα αποκτούσα, με έκανε να πετώ..Μετά από αρκετή ώρα και ενώ ένιοθα την ανάγκη να πέσω στην αγκαλιά του πλαϊνού μου κυρίου (τον οποίο πολύ είχα συμπαθήσει) είχα την υπέρτατη ευτυχία να πάρω στα χέρια μου το υπέροχο χαρτάκι. Τα χέρια μου έτρεμαν από τη συγκίνηση. Ένα πράσινο χαρτάκι 3 επί 2 εκατοστά να με κάνει τόσο ευτυχισμένο..Και όμως..Κατέβηκα πάλι στο ισόγειο όπου το πλήθος που είχα αφήσει πρίν τρεις ώρες περίπου, είχε σχεδόν διπλασιαστεί. Υπέροχα σκέφτηκα. Είναι υπέροχο τόσο πολοί άνθρωποι να θέλουν να μπουν στο κτήμα-το-λόγιο. Και εγώ είμουν ένας από αυτούς. Τι υπερηφάνια Θεέ μου!
Το πλήθος με υπεδέχθει με χαρά. Αυτός που ήταν τελευταίος και τώρα έγινε προ τελευταίος με ρώτησε όλο χαρά. -Τι θέλετε και έρχεσθαι αφού στη μία θα κλείσουν οι πόρτες...Απόρρησα...-Μα πως αφού είμαι μέσα από τις πόρτες. - Υπάρχουν και οι μέσα πόρτες μου είπε και μου έδειξε ένα στολοσμένο άνθρωπο πλάϊ στη μέσα πόρτα. Α..είπα. και εσείς πως βγάζετε το συμπέρασμα πως δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε από εκεί. -Μα δε βλέπετε τον κόσμο, απάντησε. -Ναι τον βλέπω και πολύ χαίρομαι, εσείς δεν χαίρεσθαι; -Αει στο ...μου είπε, και κατάλαβα πως με έστελνε κάπου αλού. .-Όχι απάντησα, ευχαριστώ, θα μείνω εδώ γιατί εδώ, πολύ μου αρέσει..
Ο κύριος με τον οποίο συνομιλούσα ήταν ένας υπέροχος και ευγενικός απαστράπτων κύριος, με χρυσές αλυσσίδες στα χέρια, και στο λαιμό και ένα μεγάλο δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα στο μικρό του δάχτυλο.. Αυτό ακριβώς το στολισμένο δάχτυλο, κάπου-κάπου έχωνε στην μύτη του ενώ το υπέροχο χοντρό του μουστάκι έκανε τόπο για να φανεί ένα υπέροχο χρυσό δόντι, πλάϊ στα κιτρινισμένα υπόλοιπα δοντιών..Ύστερα ο κύριος αυτός έφυγε από τη σειρά του και τον είδα να πλησιάζει μιά ηλικηωμένη κυρία που ήταν αρκετά πίσω από μένα.. Ά σκέφθηκα. Ο καλός κύριος θέλει να της παραχωρήσει τη σειρά του. Τι υπέροχος κόσμος... Και ενώ εγώ έκανα τόπο στην κυρία για να πάρει τη θέση τουυ κυρίου, ο κύριος εξαφανήστηκε, ενώ η κυρία με αγνοούσε , όσο και αν της έκανα νόημα να έρθει στη θέση που της είχα κρατήσει...Την άφησα και εγώ και έστρεψα την προσοχή μου στο πλήθος που κάθε τόσο κατέβαινε ένα σκαλάκι που ήταν στην πόρτα, που πλάϊ της στέκονταν ο στολισμένος κύριος, που κρατούσε την τάξη στη σειρά..Πλάϊ μου πέρναγαν ευτυχισμένοι οι άνθρωποι που είχαν κατέβει πριν λίγο το σκαλάκι και που ήδη είχαν αποκτήσει το χαρτάκι με την ημερομηνία που έλεγε πότε θα παρελάμβαναν το αίτημά τους.
Αυτό το σκαλάκι έπρεπε να κατεβώ και εγώ πριν τις μία, που το ρολόϊ μου πλησίαζε επικύνδυνα.. Ξαφνικά ακούω την μπροστινή της μπροστινής μου κυρίας να λέει σε κάποιον. -Καλέ εσύ είσουν πίσω μου, πως βρέθηκες μπροστά μου; - Κυρά μου πήγαινε στον γιατρό, της απάντησε ο άλλος που προφανώς διαπίστωσε βλάβη στα μάτια της. -Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο νεαρός κύριος που ήταν πίσω μου, της είπε: -Διάβασε κυρά μου κανένα ερωτικό ενχειρίδιο να δεις πως γίνονται αυτά τα πράγματα... Και τότε η μπροστινή της μπροστινής μου κυρίας νομίζω ευχαριστήθηκε πολύ, γιατί γύρισε προς το μέρος μου έτοιμη να πέσει στην αγκαλιά μου. -Βρε βρωμόχοιρε που θα πεις εμένα χοιρίδιο...Κατάλαβε όμως αμέσως, πως δεν την είχα πει εγώ χοιρίδιο και μου έδωσε μια σπρωξιά για μα με πέταξε στην αγγαλιά αυτού που περνούσε εκείνη την ώρα πλάϊ μου, ενώ εκείνη έπεσε στην αγκαλιά του πισινού μου...
Ένιωσα απέραντη ευτυχία στην αγκαλιά του κυρίου και έμεινα εκεί αποσβολομένο...Εν τω μεταξύ έφτασε και ο στολισμένος κύριος της πόρτας και ρωτούσε όλο ενδιαφέρον <<τι έγινε εδώ; τι έγινε εδώ; >> Όσο εκείνοι εξηγούσαν, εγώ παρέμεινα στην υπέροχη αγκαλιά του κυρίου που ήταν αρωματισμένη με τον ιδρώτα του κορμιού του. Τι ευτυχία Θεέ μου..
Και εκείνη τη στιγμή ήταν που είδα να περνά από μπροστά μου ο παλιός μπροστινός μου, με τα δαχτυλίδια και τις αλυσσίδες και να κρατά το μαγικό χαρτάκι.
- Κύριε, του είπα όλο χαρά, πήρατε κιόλας το χαρτάκι σας τι θαύμα! Και είσασταν μόλις μιά θέση μπροστά μου. Άάρα τώρα είναι η σειρά μου να το πάρω και εγώ..Και ετοιμάστηκα να ξεφύγω από την αρωματισμένη αγκαλιά. Μα δεν πρόφτασα.
-Σκάσε βλαμμένο, δεν βλέπεις πως έχω αναπηρία ογδόντα τα εκατό Είπε και έφυγε κουτσαίνοντας προς την κυρία της οποίας τη θέση του, είχε παραχωρήσει πριν..Κάτι της έδωσε, κάτι πήρε, (εντελώς μυστικά όμως) και έφυγε βιαστικά προς την έξω πόρταχωρίς να κουτσαίνει. Σε λίγο τον ακολούθησε και η κυρία. Έτσι είχα την ατυχία να τους χάσω και τους δυό από τα μάτια μου. Είχα νομίσει όμως. Σε λίγο είδα τον απαστράπτοντα κύριο να γυρνά κρατώντας ένα υπέροχο σουβλάκι πήττα στο χέρι και ένα άλλο να τρώει μισό-μισό με το μουστάκι του...Ήταν μόλις ένα λεπτό πριν τη μία. Πλησίασε διακριτικά τον στολισμένο κύριο, κάτι του είπε μυστικά, κάτι του έδωσε στο χέρι, και απομακρύνθηκε αφού πέρασε από κοντά μου, έτσι που να με πάρει η υπέροχη μυρωδιά του τζατζικιού..Την ίδια ώρα ο στολισμένος κύριος ανακοίνωνε πως είχε φθάσει μία η ώρα και πως δεν θα περνούσαν άλλοι την μαγική πόρτα την οποία φύλαγε... Οι υπόλοιποι αύριο, είπε...Έφυγα μαζί με όλους τους άλλους λόγιους, που έλεγαν ακατανόητες λέξεις μεταξύ τους ή ο καθένας μοναχός του..Να σας πω στεναχωρέθηκα πολ. Γιατί ήταν τόσες χιλιάδες λόγιοι εκεί, και κανένας δεν έκανε μιά ανακοίνωση να την ακούσω και εγώ.
Τις έκανε ο καθένας μόνος του. Και θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσες αφού καθώς τις ανακοίνωναν, χειρονομούσαν συγχρόνως και συνεχώς....

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος δράκος



Αποφάσισα να αποκαλύψω την αιτία των συνεχών μου μετακινήσεων, μετά και αφού άκουσα το τραγούδι που μου έστειλε ο "περίπλους " στην ανάρτησή του Φθινόπωρου. Φίλε περίπλου με συγκίνησες πάρα πολύ. Και όχι μόνο οι στίχοι του Ναζίμ Χικμέτ..Η Προύσα ήταν η Πατρίδα του Καραγκιόζη..Κατάλαβα πως εκείνα τα χέρια της κιθάρας ήταν τα δικά σου.
Να λοιπόν η αιτία της απόδρασής μου...





Ο Καραγκιόζης

Ευτύχησα να δω την παράσταση «Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος δράκος». Στην πραγματηκότητα δεν παρακολούθησα την παράσταση. Δραπέτευσα. Ο καλλιτέχνης-δημιουργός είχε απομακρύνει όλα τα ίχνη της πραγματηκότητας..... σε απόσταση ύψιστης ασφάλειας. Να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος να μπερδευτούν με το όνειρο. Να μην χαθεί το όνειρο. Να μείνει φυλακισμένο εκεί μέσα.....
Οταν ξεκίνησε η παράσταση, ο γύρω χώρος συρρικνώθηκε τόσο πολύ ώστε έπαψε στην ουσία να υπάρχει. Η περιστροφική δύναμη απίστευτης ταχύτητας που μας ζάλισε θα μπορούσε να μας εκτοξεύσει έτη φωτός μακρυά αλλά δεν κατάφερε να νικήσει τις επί σκηνής κεντρομόλες δυνάμεις. Και απομείναμε εκεί, ο καθένας με τον εαυτό του μόνο. Και με το όνειρο.
O καθένας μας, και ένα ουράνιο σώμα μέσα στο αχανές σύμπαν. Απέναντι από τον Κρόνο με το συννεφένιο δαχτυλίδι του, και τους άλλους πλανήτες να περιπλανιόμαστε μαζί τους, στον πολυδιάστατο χώρο.. Στο κέντρο του νεφελώματος, θολές δέσμες ακτινοβολίας φωτός, να διαγράφουν τη Γοργόνα του χθες να επαναλαμβάνει την αιώνια αγωνία της αναζήτησης της αγάπης και τα καράβια του σήμερα να μεταφέρουν την ίδια αγωνία στις Ηπείρους του κόσμου . Φιγούρες από βρεφικά βιώματα, φορτωμένες με διαχρονικές αγωνίες να βασανίζουν και να βασανίζονται από παθήματα άμετρης αθωότητας και αγάπης.
Ένας τρυφερός Μεγαλέξανδρος να κλαίει για το χαμένο άλογο..Μια βεζυροπούλα θλιμένη να υποτάσεται στο νόμο... Μιά εξουσία αχόρταγη να ζητά επίμονα την ικανοποίηση, χωρίς έλεος.. και ένας καραγκιόζης πεινασμένος να ονειρεύται να χορτάσει την πείνα του, με έλεος. Και ο Χατζηαβάτης να ζυγίζει τα συναισθηματά του μεταξύ της εξουσίας και της αντεξουσίας. Η φιγούρα του Μπαρμπαγιώργη στο δικό της ουρανό, στην αναζήτηση της χαμένης παληκαριάς και ο υπασπιστής να μην άχει άλλη σκέψη παρ’έξόν την βεζυροπούλα.
Να αισθάνεσαι την ύπαρξη του υδραγωγείου με τα τραγούδια των βατράχων και τα σκυλιά να γαυγίζουν σαν....άνθρωποι. Ενα πανηγύρι στο διαστημικό αχανές σύμπαν. Απο εκείνα που παραμένουν πάντα εκεί, και εμφανόζονται σαν τους δροσουλήτες , κάθε φορά που οι καλλιτέχνες δεσμέυουν από την ατμόσφαιρα τις κατάλληλες συνθήκες του τριπλού σημείου, που συνυπάρχει η αέρια η στερεή και η υγρή κατάσταση των στοιχίων. Και να τις παρουσιάσει στη σκηνή.

Δήμο σε ευχαριστούμε.
Ξ.Φ.
Υ.Γ. Αυτή λοιπόν είναι η αιτία που φεύγω...Ψάχνω και εγώ, με τον Μεγαλέξανδρο για το χαμένο μου άλογο..Αν και το ξέρω πως ποτέ δεν πρόκειται να το συναντήσω. Μόνο μιά μικρή στιγμή μου φάνηκε πως το είδα να καλπάζει σαν άνεμος στις μεγάλες πεδιάδες...Και από τότε δεν έχει πιά κανένα νόημα η ζωή. Παρ΄εξόν να ψάχνω το χαμένο μου άλογο.

Υ.Γ. Η παράσταση, στο θέατρο Βεάκη (Στουρνάρη 32 )

Αντίο








Φίλοι Σήμερα 1η του Οκτώβρη εύχομαι σε όλλους καλό μήνα. Από σήμερα και για μιά μεγάλη χρονική περίοδο (μέχρι το Πάσχα) θα είμαι σε συνεχείς μετακινήσεις. Δεν θα χάσω όμως την επαφή μου μαζί σας. Θα σας στέλνω συνεχώς μυνήματα με όποιο τρόπο μπορώ: internet cafe, σπίτια φίλων, γαϊδουράκια κλπ Πάντως σας υπόσχομαι ότι δεν θα σας αφήσω ήσυχους.
Σε μιά γωνιά της αυλής μου η στα βιαστικά μπροστά στην είσοδο, ή σε μιά γωνιά του σαλονιού ή στο μπαλκόνι , θα σας περιμένω με ένα ποτήρι ζεστό καφέ και διάθεση για κουβέντα....

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Φθινόπωρο


Παντού απουσία.. .
Στην θάλασσα, στον ουρανό και στην αυλή μου .

Το ξέρω πως δεν υπάρχω πουθενά.. Εκεί στις σκοτεινές θάλασσες που ταξιδεύει ο νους σου, υπάρχουν μόνο τα μισοφωτισμένα μπαράκια που κρατουν συντροφιά στους ανικανοποίητους έρωτες της ζωής σου.
Εγώ το Φθινόπωρο, με τα σκουριασμένα Φύλλα, εγώ, είμαι Ξένο για σένα. Δεν υπάρχω πουθενά.
Ούτε στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων με τις αθλητικές ειδήσεις, ούτε στους καπνούς της όμορφης πόλης σου.. Στις φανταχτερές φωτογραφίες που σε κυκλώνουν, υπάρχουν μόνο οι διαφημίσεις των τσιγάρων και των περιοδικών με τις εφήμερες γόησσες των περιπτέρων... Εγώ δεν χωράω εκεί. Πολύ πριν έρθουν τα κύμματα , σάλευα πάνω στη υγρή άμμο, ψάχνοντας τα ίχνη από τα βήματα κάποιου άγνωστου Θεού..
Όμως τώρα είμαι εδώ και σε περιμένω. Τα ευαίσθητα κυκλάμινα βρήκαν τη δύναμη να τρυπήσουν τη Γη. Και να αφήσουν μιά πινελιά ροζ πάνω στα γκρίζα βράχια. Στην αυλή μου κουρνιάζουν τα μικρά πουλιά που φοβούνται την κατεγίδα. Χωράφι απλώνεται η ζωή μου , να ποτιστεί με τη βροχή των ματιών σου. Θα έρθεις το ξέρω. Σε περιμένω. Γιατί επί τέλους έμαθες και εσυ να κλαις. Τώρα τα χέρια σου μπορούν να οργώσουν το κορμί μου. Και να μετρήσουν τις βαθειές αυλακιές που τεμαχίζουν σαν μεσημβρινοί τη σφαίρα της μοναξιάς μου.
Και ένα ουράνιο τόξο να απλωθεί στον ουρανό για να πει πως , τέλειωσε η βροχή των δακρύων. Εγώ το Φθινόπωρο είμαι που σου μιλώ.

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

H Ποντιακή Λύρα.


Φίλοι μου. Ότι θα σας πω με αυτό το κείμενο, είναι για μένα εξομολόγηση. Είναι μιά μνήμη που ήθελα να την κρατώ μέσα μου βαθειά και να μην την εκθέτω στο φως. Για να μην ξεθωριάση. Η συγκίνηση όμως που με συνεπήρε απαντώντας σε ένα σχόλιο της τελευταίας ανάρτησης του Νikiplos αναίρεσε την αποφασή μου. Σας την εμπιστεύομαι λοιπόν και ελπίζω να μην κακοποιηθή με διάφορους χαραχτηρισμούς. Όσοι φίλοι επιμένουν να με επισκέπτονται πιστεύω πως μπορούν και να με καταλάβουν.
Δεν έχει περάσει ακόμα ένας χρόνος από την τελευταία μου επίσκεψη στην Κωσταντινούπολη. (Πέρυση τέλος Οκτωβρίου).
Η παρέα μου τα βράδυα σκόρπιζε. Ο καθένας ήθελε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσωπικά δεν ήθελε να κάνω τίποτα. Μόνο να τριγυρίζω ολομόναχ- στους δρόμους της Πόλης και να ακούω τη φωνή της . Αλλά και την εντός μου φωνή. Έτσι ένα βράδυ καθώς τριγύριζα σε κάτι στενά κοντά στην οδό Πέραν την άκουσα. .. Ήρθε στα αυτιά μου ανακατεμένη με πολλές άλλες φωνές . Σιγά-σιγά η ψυχή μου την φίλτραρε και ακούστηκε καθαρή και κρυστάλινη. Το κάλεσμά της ήταν ξεκάθαρο. Έτρεξα κοντά της. Ήταν στην αγκαλιά ενός μαυριδερού ανθρώπου που σχεδόν απλωνόταν επάνω της και την σκέπαζε. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι του πάνω στα γόνατα και τα χέρια του την έσφιγκαν πάνω στα πόδια του.
Αυτή ήταν . Την αναγνώρισα. Γύρω-γύρω της, μαζεμένος κόσμος. Οι περισσότεροι νέοι. Άφωνοι. Μερικοί με κλειστά μάτια κουνούσαν παράξενα το σώμα τους. Όταν κατάφερα να αρθρώσω λόγο, τον πλησίασα. Τον ακούμπησα στον ώμο. Δεν αισθάνθηκε καν, το άγγιγμά μου. Τον ρώτησα:
- Είσαι Έλληνας? Γύρισε το πανάσχημο πρόσωπό του σε μένα. Ένιωσα να με διαπερνούν δυό μάτια που έκαιγαν. Με κοίταζε αλλά δεν μιλούσε. --Είσαι πόντιος? τον ξαναρώτησα. Σιωπή. Η φλόγα των ματιών του έδειχνε την τεράστια προσπάθειά του να με καταλάβει.
-Τραπεζούς? Άστραψαν τα μάτια του , μου έγνεψε καταφατικά και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μιά χαραμάδα σαν χαμόγελο...Ύστερα χωρίς να χάσει το χαμόγελο, ξανάπεσε πάνω στη λύρα του και συνέχισε να παίζει με μανία. Τρελή. μανία . Παραμέρισα το κουτί που είχε πλάϊ του για να του ρίχνουν χρήματα και κάθησα κοντά του.. Έβαλα και εγώ το κεφάλι μου πάνω στα γόνατα, έκλεισα τα μάτια και τον άκουγα να συνεχίζει την μελωδία που έρχονταν από τα βάθη των αιώνων. Την μελωδία της λύρας του Ορφέα, που ο έρωτάς του έδεινε δύναμη στα κουπιά της Αργώς...Ύστερα γινόταν ανεμος στα πανιά των ιστιοφόρων και υγρό πύρ που εκσφενδόνιζαν βυζαντινά χελάνδια δρώμωνες και πάμφυλοι.
Ταξίδευα.. Κάποια στιγμή άκουσα κάποιον να λέει στα αγγλικά σε κάποιον. "Αυτή η μουσική πρέπει να είναι Ελληνική" Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα ένα μαυριδερό άνθρωπο (μετά έμαθα πως ήταν πέρσης δημοσιογράφος που συνόδευε στην Κωσταντινούπολη κάποια αποστολή) να μιλά με ένα γιαπωνέζο.
-Ναι, απάντησα. Αυτη είναι Ελληνική μουσική.
-Είναι Έλληνας? με ρώτησε.
-Ναι απάντησα, χωρίς καμιά αμφιβολία. .
-Εσείς είστε από την Ελλάδα? με ρώτησε.
- Ναι .
-Ωραία, θέλω να μιλήσω μαζί του, είμαι δημοσιογράφος.
Εντωμεταξύ η λύρα συνέχιζε να σπαράσει, χωρίς την παραμικρή διακοπή. Έπαιζε..Έπαιζε.. Έπαιζε
-Θα με βοηθήσετε να του μιλήσω? με ρώτησε πάλι.
-Δεν μπορώ.
- Γιατί?.
-Δεν ξέρει Ελληνικά!.
-Μα είπατε πως είναι Ελληνας..
-Ακριβώς
-Τότε πως γίνεται να μην ξέρει Ελληνικά?
Γίνεται!... Διόμυση χιλιάδες χρόνια πριν από το Χριστό ένα μαγικό πλοίο, η Αργώ, ξεκίνησε με αρχηγό τον Ιάσωνα για τη χώρα της Φρυγίας.. ...και
η ιστορία μου προχωρούσε μέσα στους αιώνες μέχρι που έφτασε στην άλωση της Πόλης. Ο κύκλος γύρω μας όλο και μεγάλωνε. Και η λύρα συνέχιζε να παίζει με ένα τρελλό ρυθμό και να σαρώνει, τα τείχη. Να αλώνει την Πόλη, μέσα από τα τείχη αυτή τη φορά. 'Ετσι τουλάχιστον νόμισα εκείνη τη στιγμή. Αλλά και τις άλλες νύχτες που η ιστορία αυτή (χωρίς τους δημοσιογράφους) επαναλλαμβανόταν. Ξεκινούσαμε από τις 9 περίπου κάθε βράδυ, και φτάναμε μέχρι τα ξημερώματα. Νομίζω πως μετά έπιανε δουλεια κάπου, γιατί έφευγε βιαστικός και την ίδια πάντα ώρα. Το τελευταίο βράδυ ήταν δραματικό και για τους δυό μας. Κλάψαμε πολύ ώρα ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Το τελευταίο εκείνο βράδυ δεν γύρισα στο ξενοδοχείο . Έμεινα σε ένα καφενέ (στην οδό Πέραν διανυκτερεύουν) και ήπια τσάϊ και ναργιλέ.(και όμως δεν καπνίζω). Το πρωί φύγαμε. Όταν πέρυσι στα τέλη του Οκτώβρη άφηνα πίσω μου την Κωσταντινούπολη, ήξερα πολύ καλά πως άφηνα πίσω ένα κομμάτι πατρίδας να αγωνίζεται με τη λύρα και να διδάσκει ιστορία , από τα βάθη της Ανατολής μέχρι τις εσχατιές της Δύσης.. Πολύ σύντομα θα πάω να το ξαναβρώ.

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

To "είναι" και το "έχειν"



Φίλοι, μόλις γύρισα από τη θάλασσα. Όσο φεύγει το καλοκαίρι τόσο πιό υπέροχα θελκτική γίνεται. Ξεκίνησα να κολυμπώ από τις αρχές του Απρίλη..Όμως αυτές τις μέρες όταν πέφτω στην αγγαλιά της, νομίζω πως γίνεται για πρώτη φορά. Ας είναι. Έξω από τον μικρό κολπίσκο της παραλίας που συνηθίζω να κολυμπώ ( σε απόσταση μισής ώρας κολύμπι από τη μικρή παραλία), υπάρχει ένας βράχος τελείως επίπεδος, που λες και κάποιος τον έβαλε εκεί για να κάθεται κανείς, να αγναντεύει το πέλαγος και να σκέπτεται. Τον βράχο αυτό τον επισκέπτομαι συχνά , συνήθως για να πώ κανένα θαλασσινό τραγουδάκι. Σήμερα πήγα με παρέα. Η συντροφιά μου ήταν ο Βασίλης Φίλιας. Κουβεντιάσαμε ώρες. Ακμαίος διανοητής και μεγάλος δάσκαλος, δεν χορταίνεις να κουβεντιάζεις μαζί του. Δίναμε τη βουτιά της εγκατάληψης του βράχου όταν μου είπε την κουβέντα που συνόψισε όλη μας τη συζήτηση και που θέλησα να σας μεταφέρω: -Τι τα θέλεις τα περιτά , όλο το πρόβλημα του ανθρώπου είναι η νοηματοδότηση της ζωής του. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του. Το πρόβλημα της νεολαίας σήμερα είναι αυτό ακριβώς . Η ανοηματοδότηση της ζωής. Όι σημερινές κοινωνίες φροντίζουν να αντικαθιστούν το "είναι" των ανθρώπων με το "έχειν". Και ο αγώνας των σύγχρονων ανθρώπων είναι για το "έχειν" και όχι για το "είναι"....
Φίλοι μου Όταν οι κουβέντες αυτές γίνονται πάνω σε ένα βράχο καταμεσίς του πελάγου όπου το μόνο "έχειν" σου είναι, μόλις μερικές πεταλίδες για φαγητό, ενώ το μυαλό και η ψυχή σου απλώνεται στο άπειρο και νιώθεις πως μπορεί κάποια στιγμή να περάσεις και πέρα από αυτό, τότε η ζωή σου πραγματικά πέρνει άλλο νόημα. Υπάρχεις με ένα άλλο τρόπο... Δοκιμάστε τον.
Δεν θα χάσετε....

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Το μήνυμα

Χθες το πρωϊ, πήρα ένα μήνυμα:
Το απόγευμα θα έμπαινε στο λιμανάκι του χωριού μου, ένα ιστιοφόρο που είχε κάνει το γύρο του κόσμου. Το ιστιοφόρο κρατούσε ένα μήνυμα για μένα! .
Έφτασα αργά το βράδυ. Το ιστιοφόρο ήταν ήδη στο λιμάνι, αρόδο. Είδα σκιές να κινούνται πάνω στο σκάφος. Έβγαλα ένα μεγάλο άσπρο μαντήλι και έκανα νόημα στις σκιές. Δεν πήρα απάντηση. Περίμενα ..
Σε λίγο, το μικρό τέντερ, έφερνε στο μώλο μια νέα γυναίκα με το σκυλάκι της. Σημείο αναγνώρισης. Η γυναίκα μου έδωσε τυλιγμένο πρόχειρα σε ένα χαρτί, κάτι. Το άνοιξα.
Ήταν ένα μικρό κοχύλι που μέσα του ήταν στριμωγμένο ένα άσπρο χαρτί... Το ξεδίπλωσα.
Ήταν ένα κακογραμμένο, βιαστικό σημείωμα: "Φιλάκια. Έκτωρ". Ξαφνικά ένοιωσα πως είμουν ο πιό ευτυχισμένος, ο πιό πλούσιος, ο πιό δυνατός άνθρωπος πάνω στη Γη. Το σημείωμα και ο τρόπος που είχε φτάσει σε μένα!!! Τίποτα άλλο. Αυτό το ελάχιστα μικρό με είχε κάνει βασιλειά του κόσμου!!! Έκτωρ, σου είμαι ευγνώμων για την ενθρόνιση!!!.

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2008

Τα Χέρια των ανθρώπων.



Συνηθίζω να κάνω μικρές και μεγάλες περιπλανήσεις στους λόφους γύρω από το χωριό μου. Σε αυτές τις στιγμές τις ιδιαίτερες , την ώρα που δύει ο ήλιος, όλλα τυλόγονται με την πορφύρα που ξεχυλίζει από τον κουβά του ήλιου. Και όλα αποκαλύπτουν την "ουσία" και τον "λόγο". Κάθησα λοιπόν κατάχαμα για να παρακολουθήσω από κοντά μια μυρμηγκοφωλιά... Σίγουρα ξέρετε τι σας λέω.. Εκατοντάδες μυρμήγκια πηγαινοέρχονται και κουβαλούν τεράστια σε σχέση με το μέγεθός τους φορτία... Σκέφτηκα να βοηθήσω μερικά από αυτά να κάνουν πιό ξεκούραστα τη δουλειά τους. Τα σήκωνα μαζί με το φορτίο τους και τα πήγαινα πιό κοντά στη πόρτα της φωλιάς. Ύστερα τα άφηνα ελεύθερα, να μπούν μέσα και συνέχιζα βοηθώντας άλλα. Που να φανταστώ πως αυτό θα προκαλούσε μεγάλη σύγχυση στην κοινωνία των μυρμηγκιών. Γιατί; Όσα είχαν την εμπειρία της εναέριας μεταφοράς , μιλούσαν για θαύμα στα υπόλοιπα, που βέβαια δεν τα πίστευαν και εκνευρισμένα αντιμηλούσαν για ασύστολη κοροϊδία. Την κρίσημη στιγμή, ένα μικρό μυρμήγκι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή τριγύριζε άσκοπα, πήρε το λόγο. Ανέβηκε στις πλάτες του παππού του, για να κοιτάξει μακρυά και να οραματιστεί. Ύστερα μίλησε στην κοινότητα των μυρμηγκιών με τα πιό κάτω λόγια: "Αντιλαμβανόμαστε τα αντικείμενα τα φαινόμενα και τις εξελεκτικές διαδικασίες του φυσικού κόσμου καθώς και τις λειτουργικές οργανώσεις του φυσικού και του κοινωνικού κόσμου μας, ως σχήματα και ως μορφές που δραστηριοποιούνται στον χώρο και το χρόνο. ... Συνέλεξα μερικές πληροφορίες από τα μέλη της κοινότητάς μας, που έζησαν το θαύμα.. Κωδικοποίησα τα σχήματα και τις μορφές και έφτιαξα σύμβολα., Επεξεργάστηκα τον αλγόριθμο εμφάνησης των διάφορων συμβόλων στην ακολουθία των κωδικών. Ύστερα έσυρα το σημείο πάνω στην επιφάνεια του μαλακού χώματος. Σχηματίστηκαν έτσι δύο μεγάλα δουλεμένα ανθρώπινα χέρια με φουσκωμένες φλέβες στη ράχη τους, σκληρές παλάμες, ταλαιπωρημένα δάχτυλα και με απερηποίητα καθαρά νύχια.. Έτσι έβγαλα το συμπέρασμα πως: Τα χέρια των ανθρώπων είναι που κάνουν τα θαύματα....Τότε όλα σώπασαν για να σκεφτούν.
Και ύστερα ζήσαν αυτά καλά και εμείς καλλύτερα.....

Υ.Γ Το παραμύθι αυτό το αφιερώνω σε ένα φίλο blogger (που κρατώ μυστηκό το όνομά του) που μου εξωμολογήθηκε πως ζει με παραμύθια!
...Και στον Αστυάνακτα, (τον εγγονό μου) επειδή του είπα πως δεν λέω παραμύθια...

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

Διαβάζω στον ελληνόφωνο διεθνη τύπο

http://www.greekamericannewsagency.com/gana/index.php?option=com_content&task=view&id=3302&Itemid=83

Ρίξετε και σεις μιά ματιά. Συμβαίνουν στις εσχατιές του Αιγαίου...
Ελεύθεροι πολιορκημένοι μέσα στο κάστρο τραγουδούν..
Τι περιμένετε πολιορκημένοι στα τείχη της κατανάλωσης ?

http://www.greekamericannewsagency.com/gana/index.php?option=com_content&task=view&id=3303&Itemid=83


Και μιά ελάχιστη γεύση από το ολονύκτιο γλέντι. Στο "διαβάστε περισσότερα" έχει δύο lings "ΕΔΩ" και "ΕΔΩ"

GreekAmericanNewsAgency

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

Η παράδοση

Σήμερα 20 Ιουλίου . Χρόνια πολλά στους φίλους που γιορτάζουν με το όνομα Ηλίας, ή .......Ποσειδώνας.
Μη βιαστείτε να μου προσάψετε την μομφή ότι προσκυνώ τα είδωλα. Ψάχνω απάντηση στο ερώτημα που μου έβαλε ένα καταπληκτικό κείμενο που για πολλοστή φορά διάβασα φέτο το καλοκαίρι , με την ευκαιρία κάποιου συνεδρίου στο οποίο με κάλεσαν να κάνω ομιλία.
Την ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Ποσειδώνας ή Προφήτης Ηλίας: Και εξηγούμαι :
Είναι γνωστό πως τα εξωκκλήσια του Προφήτη Ηλία είναι χτισμένα πάντα στις κορφές των λόφων. Σύμφωνα με την παράδοση ο Προφήτης Ηλίας ήταν ναυτικός. Όταν αποφάσισε να απομακρυνθεί από τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στην πνευματική αναζήτηση του Θεού, σκέφτηκε να απομακρυνθεί όσο γίνεται περισσότερο από την θάλασσα, που η αγάπη της θα γινόταν εμπόδιο στην απόφασή του. Έτσι πήρε ένα κουπί στον ώμο και οδηπόρησε μακρυά από τη θάλασσα. Όσο οι άνθρωποι που συναντούσε τον ρωτούσαν που πάει με το κουπί στον ώμο , τόσο εκείνος συνέχιζε να ανεβαίνει στα βουνά. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησαν να τον ρωτούν, ρώτησε εκείνος τους ανθρώπους που συναντούσε τι ήταν αυτό που κρατούσε. Όταν του απάντησαν ότι ήταν δικέλι, τότε αποφάσισε να εκγατασταθεί εκεί, μπήγοντας το κουπί στη γή και να μονάσει.
Να και οι στίχοι της Λ Ραψωδίας: (119-133)
<< Όμως γι άυτά θα γδικιωθής, σου λέω εγώ, σα φτάσεις κι αφού μες τα παλάτια σου χαλάσεις τους μνηστήρες, με απάτη ή κι ολοφάνερα με κοφτερό λεπίδι, θα σύρεις τότε παίρνοντας το δυνατό κουπί σου, να πας στη χώρα των αντρών που θάλασσα δεν ξέρουν, και που φαί δεν συνηθούν να τρώνε αλατισμένο, και μήτε κοκκινόπλωρα καράβια αυτοί γνωρίζουν, μήτε τα δυνατά κουπιά, που΄ναι φτερά των πλοίων. Να και σημάδι ξάστερο, που δε θα σου ξεφύγει. Σαν ανταμώσεις άλλονε στο δρόμο ταξιδιώτη, και λέει δικράνι πως βαστάς στον ώριο σου τον ώμο, τότες το δυνατό κουπί μπήξε στη γης, και κάμε καλόδεχτες θυσίες εκεί στο ρήγα Ποσειδώνα, κριάρι, ταύρο σφάζοντας, κι αγριόχοιρο βαρβάτο και γύρνα στην πατρίδα σου εκατοβοδιές να κάμης ιερές για τους αθάνατους, που ορίζουνε τα ουράνια. Φίλοι . Παράδοση είναι ο βιομένος χρόνος του πολιτισμού.

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΗ

Ο Θεοδόσης είνα ένα παιδί 80 και, χρόνων και είναι ο Ντελάλης του χωριού μου.
Ο Θεοδόσης μας δίνει ακόμα πληροφορίς και προβλέψεις για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στο χωριό , για την κατάσταση πλευσιμότητας και κολύμβησης των γύρω από το χωριό θαλασσών, και παραλιών. Τις περισσότερες φορές ούτε οι προβλέψεις, ούτε οι πληροφορίες είναι σωστές. Παρ όλα αυτά θεωρούμε όλοι υποχρέωσή μας να τον συμβουλευτούμε. Με προθυμία μας απαντά ακόμα και αν πρόκειται για ερώτηση που αφορά τις καιρικές συνθήκες της ίδιας ημέρας αλλά του επόμενου χρόνου. Κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας στην εκκλησία, ο Θεοδόσης δεν επιτρέπει να γίνονται λάθη. Επεμβαίνει αμέσως, διορθωτικά. Οι ψάλτες και τα παπαδάκια ακολουθούν πιστά τις υποδείξεις του. Όπως καταλαβαίνεται για τους ψάλτες μας, δεν ισχύει το "απορία ψάλτου βιξ" γιατί οι ψάλτες δεν προφτάνουν να έχουν απορίες. Στο Θεοδόση όπως και σε όλα τα παιδιά αρέσουν τα γλυκά. Κάθε φορά που περνά έξω από το σπίτι μου ,με φωνάζει για να με χαιρετίσει και να τον αντιχαιρετίσω με ότι γλυκό βρίσκεται. Και αυτό όχι χωρίς υστεροβουλία από πλευράς μου. Φοβάμαι μην πάθει κάτι ο Θεοδώσης, Τον φροντίζω γιατί τρέμω τη στιγμή που δεν θα είναι πιά ανάμεσά μας.. Η απόλεια του Θεοδώση θα είναι για μένα μιά ακόμα απόλεια του στοιχείου της αγαπητικής κοινωνίας που βιώνετα αιώνες τώρα στον τόπο μου.
Χθες άκουσα πάλι την τραγουδιστή φωνή του να με φωνάζει. Τον κέρασα βερύκοκα και κουλουράκια και καθώς με ευχαριστούσε τον παρακάλεσα να προσέχει τον εαυτό του για να μην πάθει τίποτα. -Ε κιαν πάθω.. ήντα ..απέ τους μετρημένους (τους ξεχωριστούς, τους λίγους) ..είμαι. .. Έν θα χάει (χάσει) δα, η Βενετιά βελόνι...
-Και βέβαια είσαι από τους μετρημένους Θεοδόση. Βοηθάς στην εκκλησία, μας λές τον καιρό, μας συμβουλέυεις που να κολυμπήσουμε, ντελαλίζεις ότι πρέπει να μάθουμε.
-Ε..αυτά τα κάνει το μεγάφωνο (του γραφείου της κοινότητας) και οι τηλεοράσεις πιό καλά από μένα. -Όχι το μεγάφωνο και οι τηλεοράσεις δεν γυρνούν μέσα στο χωριό σε κάθε γειτονιά. Έπειτα η δική σου φωνήη είναι όμορφη. Εμείς εσένα θέλουμε να ακούμε..
Μου απάντησε με μιά φωνή γεμάτη αγωνία, για την απάντησή μου: -Δηλαδή μου λές πως είμαι και εγώ χρειαζούμενος στο χωριό; Του έγνεψα με νόημα , πως ναι ήταν , γιατί φοβήθηκα πως η φωνή μου θα πρόδιδε την συγκίνησή μου. Όμως τώρα μπορώ να του απαντήσω: Ναι Θεοδόση είσαι πολύ χρειαζούμενος στο χωριό, και όχι μόνο για τις υπηρεσίες που προσφέρεις. Είσαι πιό χρειαζούμενους από αυτούς που εσύ θεωρείς "μετρημένους".
Πιό χρήσιμους από όλους μαζί τους μορφωμένους, τους έξυπνους και τους πλούσιους που έχουν την αγωνία να είναι χρήσιμοι μόνο για τον ευατό τους.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Ένα Προσκήνυμα.

Δεν πάει πολύ ώρα που γύρισα σπίτι, μετά από ένα προσκήνυμα στη Μαύρη Ράχη των Ψαρών. Δεν θα ήθελα να γίνω κουραστικ- και να επαναλάβω ιστορίες γνωστές σε όλους μας. Όμως ήθελα να σας πω, πως κάθε φορά που πατάω το πόδι μου σε αυτόν τον ιερό τόπο της θυσίας, με διαπερνά η ίδια συγκίνηση. Ένας ξερόβραχος, μιά απέραντη θάλασσα και ένα εκτυφλωτικό φως.. Τίποτα άλλο. Με αυτά τα υλικά, φίλοι, χτίζεται το όραμα της ελευθερίας.
Της ελευθερίας που διεκδικεί ένα χαραγμένο στεγνό, ροζιασμένο χέρι, που κρατά ένα δαυλό . Μιά ανεξάντλητη στους αιώνες πηγή φωτός, αυτός ο δαυλός. Τίποτα δεν μπορώ να σας μεταφέρω. Μόνο ότι μεταφέρεται με μιά βαρειά σιωπή. Μιά μικρή αυλη γεμάτη θαύματα. Ένας τόπος που δίνει σάρκα και οστά στα όσια και ιερά αγαθά, στη θυσιαστική αφοσίωση στο όραμα της ελευθερίας . Πιό πάνω από ότι μπορώ να σκεφτώ. Να ανασαίνω ελεύθερα κοιτάζοντας το πέλαγος. Να χτίζω με σύννεφα και με φως τη Νίκη της Σαμοθράκης.
Και ο γέρο Κωσταντής; Aπό τι υλικό άραγε ήτα φιαγμένος;
Θα σας πω μόνο ένα πραγματικό περιστατικό που διηγήθηκε Γάλλος πρέσβυς και έχει καταγραφεί. Ο Κωσταντίνος Κανάρης που υποκλίνονταν όλοι στην αγνή του αγάπη στην πατρίδα, είναι γνωστό πως ανέλαβε πολλές και δύσκολες αποστολές στο νεαρό Ελληνικό κράτος, σαν υπουργός ναυτικών, πρωθυπουργός κατ' επανάληψη και σε κρίσημες για την εθνική ενότητα στιγμές κλπ. Ζούσε σε ένα σπίτι στην Κυψέλη ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους της καθημερινότητας. Είχε κοτέτσι και μπαξέ που τον περιπιόταν η γυναίκα του. Όταν μιά από τις φορές που ήταν πρωθυπουργός τον επισκεύθηκε ο νέος Γάλλος πρέσβυς στην Ελλάδα για να δώση τα διαπιστευτήριά του , ο κυρ Κωσταντής του ζήτησε να μείνει το μεσημέρι για να φάνε μαζί. Ο πρέσβυς δέχθηκε με δέος την πρόσκληση (και περιγράφει τα συναισθήματά του, στα απομνημονεύματά του.) Ήξερε πως είχε μπροστά του τόν φοβερό άντρα που πυρπόλησε την πανίσχυρη Τουρκική Ναυαρχίδα. Τον φόβο και τον τρόμο των Τούρκων. Ο κυρ Κωσταντής τότε φώναξε την γυναίκα του.
-Κυρά Δέσποινα πιάσε και σφάξε ένα κόκκορα, ο κύριος πρέσβυς θα φάει μαζί μας...(Η κυρά Δέσποινα ήταν πρακτική μαία).
Ο Πρέσβυς ξαφνιάστηκε
-Πως είναι δυνατόν εξοχώτατε να ζητάτε από τη σύζηγό σας να σφάξει τον κόκκορα!.
-Ναι κύριε πρέσβυ, απάντησε ο Κανάρης, ντροπιασμένος. Εκείνη είναι πιό γεναία από μένα. Εγώ αποφεύγω τα αίμματα!!!!
Φίλοι, αυτός ήταν ο Κωσταντίνος Κανάρης. Πέθανε φτωχός. Είναι θαμμένος στο πρώτο νεκροταφείο πλάϊ στην αγαπημένη του γυναίκα την κυρά Δέσποινα Μανιάτη Κανάρη. Πιό δίπλα είναι και ο τάφος του Κοραή. Όσοι νιώθετε την ανάγκη αλλά δεν μπορείται να πάτε να προσκυνήσετε στον ξερόβραχο των Ψαρών το χώμα, το φως, και τη θάλασσα που τον γέννησαν, περάσετε και ρίξετε ένα λουλούδι στον τάφο του αυτές τις ημέρες μνήμης. Ας είναι κατακόκκινο. Τα κόκκινα λουλούδια δεν τα φοβόταν και ας έχουν το χρώμα του αίματος. Αυτό θα το κάνετε αντί σχολίου σε αυτή την ανάρτηση. Γρήγορα θα αναρτήσω και φωτογραφίες από το προσκύνημά μου εκεί. Και η θάλασσα δοκίμασε το πόσο θέλαμε να πάμε. Προσπάθησε να μας εμποδίσει με ανέμους οκτώ μποφώρ. ... παρά λίγο να κάναμε παρέα στο "Θεόφιλος" Περάσαμε πλάϊ του. Έχετε τα χαιρετίσματά του...

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

Φίλοι ξεκινώ πρώτη να γράφω μιά ιστορία από τα παιδικά μου χρόνια. Ήταν το αποτέλεσμα από ένα ερέθισμα που δέχθηκα από τον Ντελάλη και που αφιερώνω στον Gskastro. Τον πιό πιστό μου φίλο στα bloggs.
Σας προσκαλώ να θυμηθήτε για το χατήρι της παρέας μας, μια παιδική ιστορία σας.
******
Δεν μπορώ να πω πως τα γυαλιά της γιαγιάς μου, καθώς τα΄βλεπες με πρώτη ματιά ήταν τόσο διαφορετικά από τα γυαλιά των άλλων. Μα στην πραγματικότητα αυτά τα γυαλιά ήταν πολύ πιό διαφορετικά από όλα τα γυαλιά του κόσμου. Ήταν μαγικά. ..Ναι πράγματι τα γυαλιά της γιαγιάς μου ήταν μαγικά. Αυτό όμως η γιαγιά δεν το'ξερε. Γιατί σε κείνην συμπεριφέρονταν σαν κανονικά γυαλιά. Όταν δεν τα φορούσε , τα έβαζε στο σακκουλάκι τους και τα ακουμπούσε πάνω στο σεντούκι που ήταν πλάϊ στο κρεββάτι της. Τότε εκείνα έβγαζαν το αυτάκι τους μέσα από το σακκουλάκι και μου΄γνεφαν πονηρά.
Και εγώ δεν έχανα ευκαιρία. Έτρεχα κοντά τους,, τα΄χωνα κρυφά στον κόρφο ή την τσέπη μου και τρέχαμε στα χωράφια. Έτσι άρχιζε πάντα η περιπέτειά μας.Τα΄βαζα στα μάτια μου και αρχίζαμε τα παινίδια. Τα διαβολόγυαλα άνοιγαν κάτι τεράστιους λάκους μπροστά μου, που όλο νόμιζα πως θα΄πεφτα μέσα. Με έκαναν να περπατώ σαν μεθυσμέν- και όλο σκόνταφτα και έπεφτα. Δεν ήταν να βλέπεις τα δέντρα με εκείνα τα γυαλιά.Οι κορμοί τους μεγάλωναν ξαφνικά και εκεί που ήταν μιά τόση δα αμυγδαλίτσα , ξαφνικά ο κορμός της γίνονταν χοντρός σαν της ελιάς και λύγιζε εύπλαστος σαν μαστίχα. Άν πάλι έβλεπες τον τοίχο, ο τοίχος βάθαινε σαν σπηλιά και αν προσπαθούσες να μπείς στη σπηλιά έσπαζες το κεφάλι σου. Αν έβλεπες τη γάτα μας , γίνονταν σα θεριό και αν προσπαθούσες να μετρήσεις τα δάχτυλά σου , ενώ μπορούσες να τα πιάσεις δεν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις. Τώρα αν αυτά τα γυαλιά τα΄βαζες πάνω στο μπράτσο σου, κόντρα στον ήλιο,έβλεπες δυό μικρά αστεράκια να καρφώνονται πάνω του και ένοιωθες τέτοιο τσούξιμο απ΄το κάρφωμα, σαν να΄χες φάει την πιό δυνατή τσιμπιά. Όμως η Γιαγιά όλα αυτά δεν τα ήξερε. Νόμιζε πως έπερνα τα γυαλιά της μόνο για να τα σπάσω ή για να χαλάσω τα μάτια μου όπως έλεγε θυμωμένα. Πως να καταλάβει η γιαγιά πως τα γυαλιά της ήταν μαγικά και πως μπορούσα να προδώσω το μυστικό μας. Την κοίταζα σαν τα φορούσε. Ήταν πότε για να διαβάσει το γράμμα της θείας μου, της κόρης της που έλειπε χρόνια στην Αμερική, πότε για να διαβάσει το Ευαγγέλιο, πότε για να δει τις φωτογραφίες των ξαδέλφων μου και να μην μπορεί να αποφασίσει σε ποιόν μοιάζουν. Ή πάλι για να βγάλει κανένα αγγάθι η αχινιό από τις πατούσες μου .Σε τέτοιες περιπτώσεις τα γυαλιά της γιαγιάς έπερναν ένα ύφος σοβαρό και αδιάφορο και έκαναν σαν να με έβλεπαν πρώτη φορά. Και τότε εγώ έκανα πως δεν καταλάβαινα...Καμιά φορά όταν ξεμάκραινα από το σπίτι και περνούσα το βαθύ αυλάκι που τότε έλεγα ποταμό, εκείνα ήξεραν πως να καλέσουν τις νεράϊδες από τις ψυλές χαρουπιές και αυτές να μου πονούν το κεφάλι και να νιώθω αδιαθεσία που έφτανε μέχρι τον εμμετό. Τότε άρχιζε η γιαγιά να με ξεματιάζει..μα τα χωμένα μέσα στον κόρφο μου γυαλιά την κορόϊδευαν και με τσιμπούσαν συνομωτικά... Εκείνα τα αστεία και μαγικά γυαλιά που δεν είχαν το ταίρι τους πάνω στη Γη, τυλίχτηκαν στη σιωπή και το πένθος σαν πέθανε η γιαγιά. Τα πήρε η μάνα τα τύλιξε μέσα στο σακκουλάκι τους και τα έβαλε μέσα στο σεντούκι. Δεν τα ξανάδα πιά. Ύστερα από πολλά χρόνια, σαν ήρθε η θεία από την Αμερική και άνοιξε η μάννα το σεντούκι της γιαγιάς,τα ξανάδα. Ήταν όμως βουβά, πεθαμένα, άψυχα. Δεν μπορούσαν πιά να μου γνέφουν η να μου κλείνουν το μάτι.. Τα γυαλιά της γιαγιά είχαν πεθάνει μαζί της.
Μα κάθε Μεγάλη Παρασκευή την ώρα που ψέλνουμε τα εγγωμια γύρω από τον Επιτάφιο νιώθω τις ψυχές όλων των πεθαμμένων μας να σκύβουν μαζί μας για να προσκυνήσουν το ενταφιασμένο Ιησού. Και καθώς ψάχνω να διακρίνω ανάμεσα τους την ψυχή της γιαγιάς, μέσα στους πολυελαίους το θυμίαμα και τα δάκρυα, βλέπω δυό μικρά αστεράκια να συνοδεύουν την ψυχή της καλής μου γιαγιάς. Σίγουρα θα είναι τα γυαλιά της.

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

H Bίγλα μου


Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Πρέπει να ξέρεις για μένα το fractal πως.......

Θέλω να μάθω γιά σένα :


Έχεις περάσει ποτέ από τα τέσσερα στάδια του πένθους;
Εξηγούμε: Πρώτο στάδιο. Αρνηση. Δεν θέλεις να δεχτείς αυτό που συνέβει. Αρνείσαι να το πιστέψεις.
Δεύτερο στάδιο. Οργή. Νοιώθεις βαθύτατη οργή για εκείνον που προκάλεσε αυτό που συνέβει. Θέλεις να τον πονέσεις όσο γίνεται πιό πολύ. Αυτό πονά και εσένα πολύ, πάρα πολύ.
Τρίτο στάδιο. Κατάθληψη. Θέλεις να γίνεις ένα κουβάρι γύρω από τον εαυτό σου και να πεθάνεις. Δεν σε ενδιαφέρει τίποτα. Η ομορφιά που κάποτε σε συγκλόνιζε τώρα σε κάνει να απελπίζεσε. Θέλεις να κοιμάσε γιατί ο ύπνος είναι σαν θάνατος. Δεν μπορείς να αποκωδικοποιήσεις την έκφραση στα μάτια των ανθρώπων. Έχει καταστραφεί το softaware. Πρόσεξε. Δεν πρέπει να πεθάνεις.
Τέταρτο στάδιο. Αποδοχή. Ακόμα δεν μπορώ να το περιγράψω. Μήπως μπορείς εσύ;