Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Του Λιμανιού


Κατέβηκα χθες στο μεγάλο Λιμάνι για το εισιτήριό μου.


Κάθισα να πιώ ένα καφέ.

Πως έγινε όμως και με ήπιε εκείνος?


Στο πλαϊνό μου κάθισμα βρήκα αυτό το γράμμα.

(Στο φάκελλο δεν ήταν γραμμένος ο αποδέκτης)..

Και σκέφτηκα πως προορίζονταν για σας:

Είναι Τρίτη σήμερα.

Θα γύριζες Τρίτη, αν θυμάμαι καλά.

Είμουν τόσο πολύ μεθυσμένη, όταν το είπες,

Μπορεί και να το φαντάστικα..

Τόσο δυνατή βότκα!

Για μια στιγμή έχασα τις αισθήσεις μου.

Εκείνη θα ήταν η στιγμή που το είπες.

Πως θα γύριζες Τρίτη.

Ήταν και ο καπνός, βλέπεις..

Καναδυό φορές τον έκοψα κοματάκια με την ανάστροφη του χεριού μου..

Όλα τα μπαρ του Λιμανιού είναι γεμάτα καπνό.

Ίσα που μπορείς να ξεχωρίσεις φυσιογνωμίες.

Ίσα που ξεχωρίζω τη δική σου.

Πιό φευγάτη από ποτέ!


Κρατάς τιμόνι?

Tι, μόνη?

Τι ερώτηση!

Δική σου είναι η του καραβιού?

Η λάμπα πίσω, προβάλλει το προφίλ σου στον τοίχο.

Δικό σου είναι το χαμόγελο ή της σκιάς?

Ναύλωσες το καράβι ή είναι από το γιουρούσι στο ακυβέρνητό μου?

Κι όμως μη σε παρασύρει η μέθη μου.

Τα αντανακλαστικά μου είναι σε άριστη κατάσταση.

Εκεί που χάνεται στο βάθος το καράβι σου

aμέσως ανα-σύρω από το βυθό, όλα τα χαμένα μου.

Και αρπάζομαι από τα ναυάγιά μου.

Είναι σίγουρο πως θα σωθώ και πάλι.

Νύχτωσε, και μαζεύτηκαν τα κοτσύφια,

στη λεμονιά της αυλής.

Πάω να τα διώξω.

Είναι και μερικοί άνθρωποι που

αφήνουν την κουτσουλιά τους στη ζωή των άλλων.

Πήρα λίγο αίμα από τα μέσα μου και έβαψα τα νύχια μου.

Να σε περιμένω.

Κοιτα! Είμαι ολόκληρο χρυσάνθεμο!

Τυλίχτηκα με την πρόστυχη μαύρη σάρπα μου.

Εκείνη που είχα τυλίξει τον Μοντιλιάνι ένα βράδυ

στα βρώμικα σοκάκια της Νάπολης.

Για να τον κρύψω από τους φονιάδες.

Φόρεσα και τα μαύρα δύχτια της αράχνης , μπότες..Στο μακρινό ξωκκλήσι προσεύχεται η Καμπίρια.


Πάω να ανάψω ένα κερί.

Τα μικρά κεριά κουράζονται γρήγορα.

Και λιώνουν.


Θα το αντιστηλώσω μέχρι που να γυρίσεις.

Γιατί είναι σίγουρο πως θα φανείς.

Για να υπάρχει Χειμώνας και νάχω στηλωθεί κατάντικρύ του,

θα πει πως, όπου να’ναι θα φανείς.


Υ.Γ

1-Η ανάρτηση αυτή είναι αφιερωμένη στους δυό μεγάλους αγαπημένους μου ζωγράφους:
Ton Μοντιλιάνι και τον Γκωγκέν, από των οποίων τα εργα είναι οι περισσότερες φωτογραφίες πινάκων.
Στον Καββαδία, επειδή ένιωσε την θλίψη του "ιδανικού και ανάξιου εραστή"..
Στους ανάξιους περαματάρηδες της αντίπερα όχθης..
2-Η Καμπίρια είναι η γνωστή πρωταγωνίστρια της ταινίας "Οι νυχτες της Καμπίρια" του Φρεντερίκο Φελίνι...

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Σσσσσσσσσσssssss ησυχία παρακαλώ

.
.
Σσσς…… κάνετε ησυχία σας παρακαλώ



Μη φωνάζετε .. θέλω να σκεφτώ..

Πριν λίγη ώρα μου συναίβει κάτι καταπληκτικό..

Από τότε που ένιωσα να έρχομαι από κει που ποτέ κανείς δεν θα μάθει, κολυμπούσα ευτυχισμένο μέσα σε ένα κλειστό και ασφαλισμένο χώρο..

Ήχοι περίεργοι και ανεξήγητοι έφταναν στα αυτιά μου σαν μουσική, από ένα σύμπαν που υπήρχε έξω και μακριά από μένα, μα δεν είχα περιέργεια ούτε διάθεση για να σκεφτώ..

Και ξαφνικά! Όλα άλλαξαν..

Μια ανεξήγητη δύναμη με έσπρωξε να βγάλω από μέσα μου μια δυνατή φωνή σαν κλάμα....

Την ίδια ώρα που όλος ο κόσμος γύρω μου χάνονταν , κάτι πρωτόγνωρο ερέθισε τα μάτια μου που ξαφνικά απέκτησαν ένα άλλο σκοπό, εκτός από το να τα τρίβω με τα χέρια μου...

Απροσδιόριστα σχήματα που δεν μπορώ καν να τα παρομοιάσω με κάτι γνωστό, τρέχουν μπροστά στα μάτια μου, και οι ήχοι που ακούω είναι πιο καθαροί και μάλλον μπορώ να προσδιορίσω από πού έρχονται.

Μια αίσθηση ότι όλα με περίμεναν, με τυλίγει σαν ένα ζεστό απαλό σύννεφο και μου διώχνει τον πανικό!

Είναι μια αίσθηση από ένα γλυκόπνοο αεράκι που έρχεται από παντού και με χαϊδεύει χωρίς καν να με ακουμπά .

Νομίζω πως μου αρέσει και πως πολύ γρήγορα θα ξεχάσω τον πανικό και θα θέλω και εγώ να είμαι, αυτό που τώρα είμαι, ανάμεσα στα άλλα είναι.

Ήδη έχω παρελθόν.

Ήδη ζω το παρόν

Ήδη σκέφτομαι το μέλλον.

Τα χείλη μου , ήδη μοιάζουν έτοιμα να μιλήσουν.

Η Γη, ήδη βλασταίνει τρυφερό χορταράκι για να μετρήσει τα βήματά μου.

Τεντώνω τα χεράκια μου στον ουρανό και ήδη τρέχουν τα αστεράκια να παίξουν μαζί τους.

Σσςςςςςςςςςςςς

Κάνετε λίγη ησυχία παρακαλώ..

Πρέπει να κοιμηθώ, σκεπτόμενο

Είμαι!. Ένα είμαι, είμαι και εγώ.

Μη με κοιτάτε όπως κοιτάτε ένα τριανταφυλλένιο σύννεφο…



Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Εκείνη δεν ήταν πιά εκεί...



Βρήκαμε το μικρό σπίτι, να μας κοιτάζει απορημένο μέσα από τις φυλλοσιές...


Πόσα χρόνια είχε να ακούσει τα γέλια μας..


Τα αβοκάντο που είχε φυτέψει κρατούσαν με σπαραγμό τη βαριά καρδιά τους.


Τα γατιά περίμεναν υπομονετικά τα χέρια της, να ανάψει το τζάκι...

Οι ελιές είχαν καρπίσει ανέλπιστα και την περίμεναν να τις ξελαφρώσει απ' το βαρύ φορτίο..

Η θάλασσα δεν περίμενε τίποτα, εκτός ίσως από...

Το πέρασμά της, στα ανοιχτά.
Ένα μικρό λευκό πανάκι..


Όσα στα βάθη της θάλασσας αναπαύονται, και όσα πάνω στη Γη έχουν χρώμα και φως, υπάκουαν στην μουσική της ορχήστρας των χεριών της.


.Μπήκαμε σιωπηλά στο σαλόνι της..

Τα βιβλία στην μικρή πρόχειρη βιβλιοθήκη, ήταν εκείνα που πιό συχνά ξεφύλλιζε..
γιαυτό δεν είχαν απομακρυνθεί από κοντά της..

Και το αγαπημένο σκαρίφημα του Πικάσσο δάγκωνε άγρια την αυστηρή μανιέρα της γαλάζιας εποχής..

Καθίσαμε στην αγαπημένη της γωνιά και μας κέρασε γλυκιά, αχνιστή σοκολάτα...

Πήρε να βραδιάζει.
Ο αυστηρός κώνος του λόφου της Παναγιάς κατρακύλησε στο αρχιτεκτόνημα της εκκλησίας..

Και τα απέναντι βουνά στάθηκαν διαχωριστική γραμμή των δύο απέραντων γαλάζιων...

Μόνο τα ξασπρισμένα βράχια κάτω στην παραλία, φώναζαν το όνομά της...


Μα εκείνη δεν ηταν πιά εκεί............

Υ.Γ
"Χάνομαι τόσο νωρίς στη γλαυκή απεραντοσύνη
γιατί τίποτα δεν με αγάπησε"


Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

«ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΟΡΦΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΔΕΝ ΧΑΝΕΤΑΙ»




To κείμενο αυτό είναι μια τροποποιημένη (για ευνόητους λόγους) αναδημοσίευση κειμένου που είχε δημοσιευθεί πέρυση σε εφημερίδα του τόπου μου,( με την οποία συνεργαζομαι), με την ευκαιρία της καταστροφικής νεροποντής που πέρυση είχε ξαναχτυπήσει το χωριό μου..

Αφιερώνεται σε ένα αθώο θύμα, της νεροποντής που ξέσπασε στην πατρίδα μου χτες, στον φίλο καθηγητή μαθηματικών και τελευταίο κοινοτάρχη του χωριού του , που έχασε τη ζωή του, γιατί ο οργησμένος "ποταμός" (ρέμα, ξεροπόταμος) πήρε πίσω το δίκιο του..

Γιατί οι επιπόλαιες και βάναυσες παρεμβάσεις στο ανεμπόδιστο "Θελω" της φύσης καθώς χαράσσει και απαιτεί το δίκιο της, πάντα έχουν αθώα θύματα.

................................................

Δεν πάνε πολλά χρόνια που μια ηλικιωμένη χωριανή, μου διηγόταν μια ιστορία από το πανηγύρι του Αγίου Μηνά, (11 Νοεμβρίου) που γίνεται σε ένα αρκετά μακρινό εξωκλήσι του χωριού μου ..


Ήταν παιδί ακόμα, (έλεγε) και η πιο δυνατή θύμησή της από το πανηγύρι εκείνο, ήταν η δυνατή νεροποντή που ανάγκασε τους πανηγυριστές να γυρίσουν στο χωριό το βράδυ, αφού όλη την ημέρα δεν μπορούσαν να ξεμυτίσουν από την εκκλησία και το μικρό καλύβι πλάι της, λόγω της καταρρακτώδους βροχής..

Όταν επί τέλους το βράδυ γύρισαν στο χωριό, και καθώς προχωρούσαν προς τον «ποταμό» ( βαθυ ρέμα που πέρναγε αρκετά μέτρα έξω από την είσοδο του χωριού), ένας Αθηναίος μουσαφίρης (επισκέπτης) του χωριού , έβαλε τον γάιδαρο (που του είχαν δωσει οι χωριανοί για να πάει στο πανηγύρι), να περάσει μέσα από το νερό, αγνοώντας τις συμβουλές των ανθρώπων που του εξηγούσαν τον κίνδυνο..

Η ορμή του νερού ήταν τόσο δυνατή, που με μεγάλη δυσκολία οι παρευρισκόμενοι χωριανοί κατάφεραν να σώσουν άνθρωπο και ζώο..

Και τέλειωσε την διήγησή της η θειά-Μαρίνα με τη φράση που τώρα, έγινε τίτλος σε αυτό εδώ το σημείωμα..

«Το δίκιο του ορφανού και του ποταμού δεν χάνεται κόρη μου, να το θυμάσαι»

Δεν ξέρω αν η ρήση αυτού του αποφθέγματος έχει επαληθευτεί ως προς το δίκιο του «ορφανού».

Αλλά ως προς το δίκιο του ποταμού, επαληθεύτηκε με απόλυτο τρόπο, κατά την διάρκεια της τελευταία νεροποντής στο χωριό μου!!.

Πάνε περίπου 10 χρόνια που στις ημερήσιες εφημερίδες του Νησιού, διάβαζα διαμαρτυρίες ορισμένων χωριανών που ζητούσαν να τσιμεντοστρωθεί «ο δρόμος» όπως χαρακτήριζαν το ρέμα που κατεβαίνει ορμητικά καθώς συγκεντρώνει τα νερα των γύρω λόφων, και περνά στην άκρη του χωριού..

Κανένας δεν αρνείται ότι χρειάζονταν μια παρέμβαση στο σημείο εκείνο προκειμένου να διευκολύνονεται η διέλευση ανθρωπων και ζώων στο σημείο εκείνο της ανατολικής εισόδου του χωριού..

Όμως ό γνωστός λαϊκισμός του άρθρου που στόχευε στην εξυπηρέτηση του μικροσυμφέροντος ορισμένων επαγγελματιών της γειτονιάς, είχε σαν αποτέλεσμα την περιφρόνηση του "δίκιου του ποταμού"

Φυσικά το ρέμα τσιμεντώθηκε, νομίζω με δαπάνες του Δήμου, και στη θέση του δημιουργήθηκε ένα αρκετά ευρύχωρο πλάτωμα για επαγγελματική χρήση και διευκόλυνση.

Αν το δημοσίευμα που προανάφερα στόχευε στο να δώσει λύσεις στις πραγματικές ανάγκες του χωριού, θα μπορούσε να είχε βάλει μπροστά από το λαϊκισμό και τις σκοπιμότητες, το «δίκαιο του ποταμού» και να είχε σχεδιαστει η παρεμβαση με τρόπο που να εξυπηρετεί ΚΑΙ το δίκιο του ποταμού …

Στο ίδιο ρέμα, θυμάμαι πολύ καλά (όπως ασφαλώς και οι περισσότεροι χωριανοί), λίγα μέτρα πιο κάτω οι κατασκευαστές του δρόμου πριν 90 χρόνια (Αν δεν κάνω λάθος ο δρόμος αυτός εγκαινιάσθηκε το 1924) είχαν, πολύ σωστά, κατασκευάσει οι μηχανικοί της εποχής γεφύρι, που διοχέτευε ανεμπόδιστα τα νερά του ρέματος αυτού, προς τον κάμπο του χωριού, από όπου τα απορροφούσαν τα χωραφια και τα πηγάδια της περιοχής.

Εμείς όμως ,( οι σύγχρονοι και πολιτισμένοι) με την επιπολαιότητα και την προχειρότητα που χαρακτηρίζει τις αποφάσεις μας αλλά και τις πάντα προσανατολισμένες στα μικροσυμφέροντα σκοπιμότητες, θελήσαμε να παραβιάσουμε το « δίκιο» του ποταμού.

Εκατόν πενήντα μέτρα πιο κάτω το ρέμα επίσης τσιμεντώθηκε και δημιουργήθηκε έτσι ένα ευρύχωρα περάσματα στα παρακείμενα οικόπεδα, ενός εκ των οποίων (οικοπέδων) ο ιδιοκτήτης αναφέρθηκε και σαν «ευεργέτης του χωριού» !!!!! αφού αγόρασε μερικά τσουβάλια τσιμέντο για την τσιμεντοποίηση του «δίκιου του ποταμού»

Να όμως που ο ποταμός με την πρώτη ευκαιρία , πήρε με άγριο τρόπο πίσω το δίκιο του..

Το κακό βέβαια είναι πως πλήρωσαν «το μάρμαρο» και άνθρωποι που δεν έφταιξαν σε τίποτα .

Ίσως έφταιξαν μόνο στο ότι συνέβαλαν με την σιωπή τους στην καταπάτηση του «Δίκιου του ποταμού».

Και βέβαια πόσοι θα σκεφθούν, με αφορμή το γεγονός αυτό, να υψώσουν φωνή διαμαρτυρίας για τις συνεχιζόμενες καταπατήσεις που σε διάφορα σημεία της ευρύτερης περιοχής του χωριού μου εξακολουθούν να συμβαίνουν?

Είδωμεν…

.......................................

Ένα χρόνο μετά την δημοσίευση αυτού του κειμένου, ένας νέος ανθρωπος, στον οποίο η πολιτεία είχε επενδύσει γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου, και είχε να πισωγυρίσει και να αποδώσει ακόμα τόσα πολλα στον τόπο μας , έχασε τη ζωή του, από μια αντίστοιχη περιφρόνηση του δίκιου της φύσης..



Η ψυχή του που τώρα μετρά αστέρια, είθε να μας διδάξει το μέτρο και τον σεβασμό στο δίκιο της φυσης...

Καλό σου ταξείδι Νικόλα

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Κάποιος ήρθε πριν από μένα!

.
Με ξάφνιασε.
Δεν περίμενα ποτέ πως, πριν από μένα, κάποιος είχε περάσει πέρα από τα πετρωμένα κύμματα των βράχων που αιωρούνται μεταξύ ουρανού και θάλασσας...


Δεν μπορούσα να εξοικειωθώ με την ιδέα πως κάποιος άλλος, θα μπορούσε να περάσει από εδώ...
Θα τον φόβιζαν, νόμιζα, τα βογγητά της θάλασσας που έρχονται από το βάθος των κρεμμασμένων βράχων.


Να όμως που αυτό, έγινε!!
Κάποιος ήρθε εδώ πριν από μένα.
Είχε αφήσει τα ίχνη του, πάνω στο βράχο της σπηλιάς μου..
Ακριβώς στο σημείο που θα' πεφτε η πρωτη ματιά, με την είσοδο στη σπηλιά !
Ήταν ένα άπλοϊκό κατασκεύασμα, που θύμιζε αρχαίο ιστιοφόρο.

Ποιός να το είχε αφήσει εκεί..
Ποιός να είχε περάσει τα απροσπέλαστα θαλάσσια τείχη του προσωπικού μου κάστρου?
Ποιά ήταν η αιτία που προκάλεσε αυτή την αναταραχή στην άδυτη επιφάνειά μου?
Ποιός θα μπορούσε να ακούσει τις θυσιαστικές εσώφωνες κραυγές μου, που χρόνια βρίσκουν καταφύγειο στις πτυχώσεις αυτών των βράχων..
Και ποιός να ακολούθησε τα απόκρυφα μονοπάτια του ψαχτικού αέρα που οδηγούν σε τούτη τη σπηλιά.!

Και όμως είχε έρθει!
Tο προπορευόμενο (πριν χρόνια) fractal!

'Οταν το αναγνώρισα, είπα να με υποβάλω στη δοκιμασία της αντοχής του χρόνου.
Τράβα, του είπα, μια λέξη μέσα από τη θάλασσα και μην μου πεις ποια είναι.
Θα την αναγνωρίσω καθώς θα πισωγυρίζει στον ήλιο, μια μια τις νότες που σου΄χαν μάθει τότε, αυτά τα ίδια κύμματα.....
Μη φοβάσαι δεν θα με παγιδεύσει η μελωδία της..
Είμαι γερά πια δεμένη στο μεσιανό κατάρτι..
Και έχω μάθει τα στενά μονοπάτια που οδηγούν στις μικρές παραλίες με τα λευκά βότσαλα..
Αλλά ακόμα και αν τύχει να με αιχμαλωτίσει η λέξη που θα τραβήξεις μέσα από τη θάλασσα, να ξέρεις θα' ρθουν άλλες λέξεις να με ελευθερώσουν....
Και ας κυνδυνεύσουν να χαθούν
Δεν λιγοστεύει η σιωπή, με λίγες λέξεις..
Μη φοβήθείς να μου μιλήσεις..
Μίλα μου όπως παλιά για εκείνα τα ταξείδια.....
Το ξέρω πως γιαυτό επέστρεψες εδώ μετά από τόσα χρόνια !.
Και ξέρω το λόγο που άφησες εκείνο, πάνω στο βράχο της σπηλιάς μου.


Ακριβώς αυτό που είχα αφήσει στο κομοδίνο μου, τότε...


Εκείνο που είχαν χτίσει τα αδέξια παιδικά μου χέρια..
Τότε που ονειρευόμουν μακρινά ταξίδια.
Τότε που έκλαιγα σαν είχα χάσει να δω την πανσέληνο.
Τότε που τα μικρά μου βήματα βυθίζονταν σε κοπιώδεις πορείες πάνω στην άμμο.
Τότε που ο Κίτσος μας (o αγαπημένος μου σκύλος) και εγώ ψηλαφούσαμε τον κόσμο..



Τότε που έψαχνα ό,τι, ποτέ δεν μου΄μελε να συναντήσω παρά μόνο σε κομμάτια ψυχής και πεταμένα σκόρπια κομμάτια ύλης...
Το πρώτο παιχνίδι που έφτιαξα με τα δικά μου χέρια.
Με υλικό ψυχής και σκόρπια κομμάτια ύλης.. Αλήκτυπα!!!

Φεύγω τώρα.
Τρέχω προς τα εκεί που μια μικρή στιγμή, φωνάζει πως πνίγεται..
Τρέχω να μην πνιγή και η τελευταία ελπίδα...

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Του Ανέστη


.
Επί τέλους επέστρεψα στην Ιθάκη μου..

Κάτι λιγότερο από χρόνο κράτησαν τα ταξίδια μου στις γειτονιές του κόσμου.
Μου έλειψε το Νησάκι μου.
Η πηγή που ανεφοδιάζω την κινητήρια αδράνειά μου.
Το μπαλκονάκι του Αιγαίου, όπου τις άγρυπνες νύχτες ξετυλίγω το νήμα της άκρης του πλεκτού της Ζωής μου.
Να μείνει ξέπλεκο και ελεύθερο, για να το προεκτείνω μέχρι την άκρη του μυστηρίου.
Στοιβάζω τον ένα εαυτό μου πάνω στον άλλο , σε μια μικρή άκρη του χρόνου και του χώρου.
Να αφήσω ελεύθερο χώρο για το τριζόνι να απλώσει τα μακρόσυρτο τραγούδι του..
Το θυμάσαι...?


"Τρι και τρι και τρι και τρι..τι γλυκιά πουν η ζωή..
Τι γλυκιά και τι πικρή..τρι και τρι και τρι και τρι.."
Έφτασα και ίσα-ίσα πρόφτασα το μνημόσυνο του Ανέστη!.

Ο Ανέστης....
Ένας ψαράς του χωριού μου, που βρίσκονταν σε συνεχεί πόλεμο με τους γλάρους προκειμένου να υπερασπιστεί το ψωμί της οικογένειάς του.


Στα κουπιά της βάρκας του, ήταν πάντα κρεμασμένα χταπόδια που λιάζονταν πριν πουληθούν στις ψαροταβέρνες του μικρού μας λιμένα...
Αυτό το ήξεραν καλύτερα από όλους μας, οι γλάροι και οι σφήκες..
Και ενώ για τις σφήκες είχε βρεθεί η λύση για να προστατεύει τα χταπόδια του, για τους γλάρους φαίνεται να μην υπήρχε .

Και οι γλάροι , που όπως καθε λογής αρπαχτικά είχαν αποθρασυνθεί, κατέβαιναν από τον ουρανό να αρπάξουν τα χταπόδια, ακόμα και όταν ο Ανέστης τους παραφύλαγε ξαπλωμένος μέσα στη βάρκα του, μέχρι να το πάρει ο ύπνος..
Την τελευταία φορά που είδα τον Ανέστη ήταν τον περασμένο Σεπτέμβρη, ένα πρωϊνό που ο πόλεμος με τους γλάρους, ήταν σε πλήρη εξέλιξη.
Εκείνος σγούριζε το χταπόδι πάνω στο βράχο που είχε δεμένη τη βάρκα του, ενώ δυό τρεις γλάροι ορμούσαν να του το αρπάξουν μέσα από τα χέρια του.
Σταματούσε ο Ανέστης το σγούρισμα, έδιωχνε τους γλάρους, και προσπαθούσε να συνεχίσει τη δουλειά του.

Οι γλάροι όμως αποθρασυμμένοι δεν σταματούσαν τις επιθέσεις..
Ο Ανέστης κάποιοα στιγμή, απελπισμένος, σήκωσε τα χέρια ψηλά και σαν ιέρεια σε αρχαία τραγωδία άρχισε να ξεφωνίζει βαρειές κατάρες στους γλάρους....
Κατάρες ανατριχιαστικές, που έβγαιναν σαν λάβα κόλασης μέσα από την ψυχή του..
Κατάρες που φόρτωναν στα φτερά των γλάρων την πίκρα και τον σκληρό αγώνα της επιβίωσης μιας ολόκληρης ζωής..
Να φύγουν από την ψυχή του, να ξελαφρώσει...
Να πετάξουν μακρυά..
Μα οι γλάροι δεν υποχωρούσαν ούτε με τις πέτρες ούτε με τις κατάρες που τους εκσφενδόνιζε.
Είχαν βάλει στόχο το χταπόδι και δεν υποχωρούσαν.
Ώσπου, είδα τον Ανέστη να γονατίζει, να σκίζει το πουκάμισό του, να βάζει το χταπόδι μέσα στον κόρφο του, να υψώνει τα χέρια του προς τους γλάρους που φτερούγιζαν σε ύψος μερικών μόλις μέτρων πάνω από το κεφάλι του, και να τους φωνάζει.. " Την καρδιά μου να μου πάρετε, όχι το χταπόδι ..."


Όταν γύρισα μετά από δέκα μήνες απουσίας στο μικρό μου χωριό, στις ανατολικές εσχατιές του Αιγαίου, ήταν η ημέρα που οι χωριανοί είχαν το μνημόσυνο του Ανέστη.
Μετά την τελετή κατέβηκα στο λιμανάκι μας.
Η Βάρκα του Ανέστη ήταν δεμένη στη θέση της.
Τα κουπιά χωρίς χταπόδια , στάλαζαν το κόκκινο χρώμα τους μέσα στα ήσυχα νερά του λιμανιού..
Μερικοί γλάροι πετούσαν μακρυά, κοντά στο φάρο στο έμπα του Λιμένα μας.
Έριξα μερικά κόλλυβα πάνω στο βράχο που συνήθιζε να σγουρίζει τα χταπόδια του ο Ανέστης..
Κανένας γλάρος δε φάνηκε.
Είχαν περάσει σαράντα ημέρες!!!!.
Πάνω στα ψηλά αλμυρίκια λίγο πιο πέρα τα τζιτζίκια γάβριζαν.
Ύστερα σταμάτησαν και μόνο ένα, συνέχισε το τραγούδι ..
Θα ήταν από την ψυχή του Ανέστη που ανάλαφρη και φιλιωμένη πιά με τους γλάρους του μικρού μας Λιμένα, πετούσε ψηλά ....
Πάντως είμαι σίγουρο, ότι τραγουδούσε το παλιό εκείνο τραγούδι που πάντα να θυμάσαι:
"Τρι και τρι και τρι και τρι τι γλυκιά πουν η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή, τρι και τρι και τρι και τρι.."