Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Πέρασε  κιόλας  ένα  μήνας   που  γύρισα  από  την  αγαπημένη  μου  Πόλη.
Θα  έχανα  την αξιοπρέπειά  μου  σαν  fractal  αν  δεν  αντιλαμβανόμουν  τον  χρόνο,  όπως  ακριβώς  αντιλαμβάνομαι  τον  χώρο!!!!
Ακόμα  και  αν  δεν  μου  το  ζητούσε  το  αγαπημένο  "ΞΩΤΙΚΟ"   θα  το  έκανα!   


Νομίζω πως η ημέρα που τον είδα για πρώτη φορά, ήταν στις αρχές του Μαΐου του 1453..


Μέρος  των   τειχών όπως  είναι  σήμερα.   Έχουν   χαρακτηρισθεί από  την   ounesco   μνημείο παγκόσμιας  κληρονομιάς.
Κουβαλούσαμε   νερό   ( με άλλες ηλικιωμένες γυναίκες) με τις στάμνες  μας,   και γεμίζαμε τα βαρέλια που είχαν τοποθετήσει οι άντρες σε πυκνά διαστήματα πάνω στα τείχη , για να σβήνουν τις φωτιές που πετούσαν με τα βέλη τους, οι καταραμένοι.


Μου κίνησε την περιέργεια, γιατί δεν έμοιαζε ούτε με δικό μας, ούτε με Γενοβέζο αλλά ούτε και με βενετό. Ήταν ψηλός κοκκινοτρίχης με σκοτεινά μάτια.
Έμαθα πως ήταν ένας , απολίτιστος Γερμανός ειδωλολάτρης , που δεν πίστευε στο Θεό, δεν  διάβαζε  τη  γραφή   παρά μόνο τους αρχαίους Έλληνες σοφούς, και λάτρευε τον Αρχιμίδη και τον Πυθαγόρα

 
 
 (Έλεγαν μάλιστα πως για το λόγο αυτό είχε μάθει να μιλά και να διαβάζει τη γλώσσα μας.) Ήταν από εκείνους που για εμάς τους εκλεπτυσμένους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, άξιζαν μόνο την περιφρόνηση .

 
Περπατούσε με βαριά βήματα πάνω στα τείχη λες και έκανε ένα ξένοιαστο περίπατο στην εξοχή... Κάπου κάπου γύριζε να κοιτάξει τα μιλιούνια των καταραμμένων που μήνες τώρα μας πολιορκούσαν, είχαν αλλάξει τη ζωή μας και είχαν μετατρέψει την Πόλη μας σε ένα απέραντο τόπο μαρτυρίου. Σε ένα πραγματικό κολαστήριο.

Τον έλεγα Γιόχαν Γκράντ και ήταν ένας άξεστος μηχανικός που  είχε   έρθει στην Κωνσταντινούπολη, μόνο και μόνο για να διαβάσει τα κείμενα του Αρχιμήδη που φυλάσσονταν στην Αυτοκρατορική βιβλιοθήκη. 
Αλλά ο αυτοκρατορικός βιβλιοθηκάριος δεν του επέτρεπε να διαβάζει τη νύχτα, από φόβο μην προκληθεί πυρκαγιά από τα κεριά ή τους δαυλούς,
Έτσι όταν σκοτείνιαζε τριγύριζε σαν στοιχειό πάνω στα τείχη.
Εκείνη η νύχτα στις 16 Μαϊού , ήταν ήσυχη και παγερή , λίγες ώρες πριν ξημερώσει....



 
 
Συμπληρώναμε με τα σταμνιά μας το νερό που έλλειπε από τα βαρέλια, κοντά στην Καλιγαρία Πύλη .
Τότε, τον είδα να έρχεται προς το μέρος μας, από την αντίθετη κατεύθυνση, με ένα δαδί στο χέρι.
Πήγαινε από το ένα βαρέλι στο άλλο , σταματώντας σε κάθε ένα για αρκετή ώρα .
Νόμισα πως τρελάθηκε, ή πως έκανε ξόρκια.
Σε κάποιο βαρέλι, καμιά δεκαριά μέτρα μακρυά  από μας, σταμάτησε...
Ύστερα , αφού έβαλε σημάδι για να ξέρει που ήταν, μετέφερε το βαρέλι σε διάφορα σημεία, κοιτάζοντας πάντα με πολύ μεγάλη προσοχή μέσα στο βαρέλι...


 

Ένοιωσα κάτι σαν να τρέμει μέσα μου. Ήταν ο φόβος?
Όχι σίγουρα όχι.  Ήταν το έδαφος κάτω από τα πόδια μου....
Τότε είδα να έρχεται προς το μέρος του λαχανιασμένος (προφανώς ειδοποιημένος από τον εκείνον) ένας πανύψηλος γεροδεμένος  και μαυριδερός άντρας που όλοι γνωρίζαμε.  
Ήταν ο Ιωάννης Ιουστινιάνη ο πρωτοστράτωρ της άμυνας της Πόλης, που πιο πάνω του , είχε μόνο τον Αυτοκράτορά μας, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.


 

 
Του έδειξε εκείνο που έβλεπε μέσα στο βαρέλι.
Από την έκφραση του Ιουστινιάνη καταλάβαμε πως συνέβαινε κάτι τρομακτικό....
Ύστερα ο Γκράντ ύψωσε τη φωνή του, και ακούσαμε καθαρά το διάλογο.
-Περίμενε, Δεν υπάρχει κίνδυνος τώρα που ξέρω πως πάει ο υπόνομός τους!
Φύγαμε βιαστικά για να συνεχίσουμε τη δουλειά μας, αν και η κούραση βάραινε αβάσταχτα τα γεροντικά μας πόδια.
Στις 21 Μαΐου , όταν κυκλοφόρησαν τα νέα , εξηγήσαμε όσα είχαμε δει και ακούσει, εκείνη τη νύχτα στις 16 Μαΐου.
Ένοιωσα ευγνωμοσύνη για τον Γκράντ και τύψεις για τις σε  βάρος του, σκέψεις μου,
Έτρεξα πάνω στα τείχη να τον  δω ...
Ναι αυτός ο άξεστος ειδωλολάτρης, είχε ανακαλύψει, από το τρέμουλο στην  επιφάνεια του νερού των βαρελιών,  το λαγούμι που έσκαβαν οι τύραννοι κάτω από τα τείχη, για να μπουν στην Πόλη μας...
Έτσι οι Τούρκοι , έγιναν δεκτοί από τους στρατιώτες μας (που εντομεταξύ είχαν σκάψει αντιυπόνομο), με μια πύρινη βροχή από βέλη και δηλητηριασμένους καπνούς...
Ναί!!!  Η  πόλη μας είχε σωθεί ακόμα μια φορά......
Και  αυτή  τη  φορά,  όχι  από  τις  ολονύχτιες  προσευχές  μας,  στην  μεγάλη   εκκλησιά..

Από  το  εσωτερικο  της  Αγιας  Σοφίας.
                   
Αλλά  μέχρι  πότε  θα  άντεχε  το  θανάσιμο   σφιχταγκάλιασμα   των  άπιστων?






Είδα τον Γκραντ να κουβεντιάζει με τον μεγάλο Δούκα Λουκά Νοταρά, και δεν πλησίασα περισσότερο...
Έστισα όμως αυτί και άκουσα αυτά που έλεγαν.
Τα μάτια του Γκράντ ήταν κόκκινα από την αϋπνία και το θειάφι και το σώμα του ήταν γεμάτο καψαλισμένες πληγές.
Ήταν εκείνος, ο  Γκράντ, που μιλούσε:

-Ακόμα και ο Πυθαγόρας που θα μπορούσε να να είχε κατασκευάσει μηχανές και να δαμάσει με αυτές τις δυνάμεις της φύσης, το θεώρησε αυτό σαν κάτι ασήμαντο και χωρίς ενδιαφέρον.
Ασχολήθηκε με την ψυχή, με το βαθύτερο είναι , με το Θεό!
Οι  τρεις  ιεράρχες  ψηφιδωτό  από  την Μονή  της  Χωρας
                      
Αφού δεν δέχεσαι όσα γράφει η βίβλος και οι Πατέρες της εκκλησίας μας , του είπε ο Νοταράς, γιατί δεν πιστεύεις αυτούς τους προγόνους μας, τους Έλληνες σοφούς?
- Δεν ξέρω, δεν ξέρω , του απάντησε ο Γκράντ, τρίβοντας τα μάτια του.
Οι άυπνες νύχτες, η αδιάκοπη ένταση..ίσως να μου φέρνουν πυρετό...Δεν μπορώ να ελέγξω τις σκέψεις μου.
Ο Πυθαγόρας...μπορούσε να κατασκευάσει όλο τον κόσμο με αριθμούς, αλλά ακόμα και αυτός σκόνταψε πάνω στον άνθρωπο, που δεν μπορεί να κατασκευασθεί με αριθμούς!
Είναι άραγε δυνατό το σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής, να να είναι πιο δυνατό από το φως της επιστήμης?
-Κάνεις λάθος του είπε ο Νοταράς...
Αν δεν πιστεύεις στην ανθρώπινη ψυχή, τότε ο καλύτερος τρόπος να υπηρετήσεις τα ιδανικά σου, είναι να υπηρετήσεις το Σουλτάνο και όχι εμάς...
-Όχι απάντησε ο Γκραντ με πείσμα...
Υπηρετώ την Ευρώπη και την ελευθερία της ανθρώπινης διανόησης Δεν υπηρετώ τη δύναμη.....
Έμεινα εκεί αποσβολωμένη... Δεν μπορούσα καν , να καταλάβω τι έλεγαν.
Αργά πολύ αργά τη νύχτα της 22 Μαΐου, τα μεσάνυχτα ένας φωτεινός δίσκος διέσχισε γρήγορα τον νυχτερινό ουρανό!                                          

                      

   
Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ήταν..
Μα όλοι αναλογιστήκαμε τα λόγια του Αυτοκράτορα...

Οι προφητείες επαληθεύονται. Η Παναγία εγκαταλείπει την Πόλη μας.. 


Ψηφιδωτό  από  τον  ιερό  Πατριαρχικό  ναό  του  Αγίου  Γεωργίου  στο  φανάρι

 Έστειλε  τον  Άγγελο  για  να  πάρει  και  να  διαφυλάξει  τα  όσια  και  τα  ιερά  μας..


από  το   Μπαλουκλί
       
 Πλησιάζει η στιγμή που η χιλιόχρονη αυτοκρατορία θα πέσει στα τάρταρα του μαύρου σκότους... Γεννήθηκα σε άτυχο αστερισμό!
Έτυχε σε μένα να πιω το δηλητήριο του αφανισμού του έθνους μου...”

Ένα  μέρος  των  τειχών  όπως  είναι  σήμερα με  την φροντίδα  της  Ουνέσκο
        

Μα  εμείς  ο  απλός  λαός  δεν  πιστέψαμε ποτέ,  πως  η  πόλη  μας θα  τουρκέψει...  Κάποιος  καλόγερος  μίλησε   για  τα  μισιψημένα  ψάρια που  ΄μέχρι  σήμερα    κολυμπούν   στο  Αγίασμα της Ζωοδώχου  Πηγής.. 


Τα ....  μισοτηγανισμένα   ψάρια  στο  Αγιασμα  της  Ζωοδώχου  Πηγής   



Υ.Γ

 Στους   παλιούς   φίλους,  που  κάποτε  συμμετείχαν  στον  πόλεμο   μεταξύ  "fractal"  και  "Σταγόνας" χρωστούσα  μια  φωτογραφία  από  ενα  παλαιότερο  ταξίδι στην  Κωνσταντινούπολη.
Είναι  η  φωτογραφία ""ντοκουμέντο"   της  σύναψης  Ειρήνης και  υπογραφής  αιώνιας  φιλίας...μεταξυ  των  δύο  αντιπάλων....  "fractal"   και  "Σταγόνας"