Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Του Ανέστη


.
Επί τέλους επέστρεψα στην Ιθάκη μου..

Κάτι λιγότερο από χρόνο κράτησαν τα ταξίδια μου στις γειτονιές του κόσμου.
Μου έλειψε το Νησάκι μου.
Η πηγή που ανεφοδιάζω την κινητήρια αδράνειά μου.
Το μπαλκονάκι του Αιγαίου, όπου τις άγρυπνες νύχτες ξετυλίγω το νήμα της άκρης του πλεκτού της Ζωής μου.
Να μείνει ξέπλεκο και ελεύθερο, για να το προεκτείνω μέχρι την άκρη του μυστηρίου.
Στοιβάζω τον ένα εαυτό μου πάνω στον άλλο , σε μια μικρή άκρη του χρόνου και του χώρου.
Να αφήσω ελεύθερο χώρο για το τριζόνι να απλώσει τα μακρόσυρτο τραγούδι του..
Το θυμάσαι...?


"Τρι και τρι και τρι και τρι..τι γλυκιά πουν η ζωή..
Τι γλυκιά και τι πικρή..τρι και τρι και τρι και τρι.."
Έφτασα και ίσα-ίσα πρόφτασα το μνημόσυνο του Ανέστη!.

Ο Ανέστης....
Ένας ψαράς του χωριού μου, που βρίσκονταν σε συνεχεί πόλεμο με τους γλάρους προκειμένου να υπερασπιστεί το ψωμί της οικογένειάς του.


Στα κουπιά της βάρκας του, ήταν πάντα κρεμασμένα χταπόδια που λιάζονταν πριν πουληθούν στις ψαροταβέρνες του μικρού μας λιμένα...
Αυτό το ήξεραν καλύτερα από όλους μας, οι γλάροι και οι σφήκες..
Και ενώ για τις σφήκες είχε βρεθεί η λύση για να προστατεύει τα χταπόδια του, για τους γλάρους φαίνεται να μην υπήρχε .

Και οι γλάροι , που όπως καθε λογής αρπαχτικά είχαν αποθρασυνθεί, κατέβαιναν από τον ουρανό να αρπάξουν τα χταπόδια, ακόμα και όταν ο Ανέστης τους παραφύλαγε ξαπλωμένος μέσα στη βάρκα του, μέχρι να το πάρει ο ύπνος..
Την τελευταία φορά που είδα τον Ανέστη ήταν τον περασμένο Σεπτέμβρη, ένα πρωϊνό που ο πόλεμος με τους γλάρους, ήταν σε πλήρη εξέλιξη.
Εκείνος σγούριζε το χταπόδι πάνω στο βράχο που είχε δεμένη τη βάρκα του, ενώ δυό τρεις γλάροι ορμούσαν να του το αρπάξουν μέσα από τα χέρια του.
Σταματούσε ο Ανέστης το σγούρισμα, έδιωχνε τους γλάρους, και προσπαθούσε να συνεχίσει τη δουλειά του.

Οι γλάροι όμως αποθρασυμμένοι δεν σταματούσαν τις επιθέσεις..
Ο Ανέστης κάποιοα στιγμή, απελπισμένος, σήκωσε τα χέρια ψηλά και σαν ιέρεια σε αρχαία τραγωδία άρχισε να ξεφωνίζει βαρειές κατάρες στους γλάρους....
Κατάρες ανατριχιαστικές, που έβγαιναν σαν λάβα κόλασης μέσα από την ψυχή του..
Κατάρες που φόρτωναν στα φτερά των γλάρων την πίκρα και τον σκληρό αγώνα της επιβίωσης μιας ολόκληρης ζωής..
Να φύγουν από την ψυχή του, να ξελαφρώσει...
Να πετάξουν μακρυά..
Μα οι γλάροι δεν υποχωρούσαν ούτε με τις πέτρες ούτε με τις κατάρες που τους εκσφενδόνιζε.
Είχαν βάλει στόχο το χταπόδι και δεν υποχωρούσαν.
Ώσπου, είδα τον Ανέστη να γονατίζει, να σκίζει το πουκάμισό του, να βάζει το χταπόδι μέσα στον κόρφο του, να υψώνει τα χέρια του προς τους γλάρους που φτερούγιζαν σε ύψος μερικών μόλις μέτρων πάνω από το κεφάλι του, και να τους φωνάζει.. " Την καρδιά μου να μου πάρετε, όχι το χταπόδι ..."


Όταν γύρισα μετά από δέκα μήνες απουσίας στο μικρό μου χωριό, στις ανατολικές εσχατιές του Αιγαίου, ήταν η ημέρα που οι χωριανοί είχαν το μνημόσυνο του Ανέστη.
Μετά την τελετή κατέβηκα στο λιμανάκι μας.
Η Βάρκα του Ανέστη ήταν δεμένη στη θέση της.
Τα κουπιά χωρίς χταπόδια , στάλαζαν το κόκκινο χρώμα τους μέσα στα ήσυχα νερά του λιμανιού..
Μερικοί γλάροι πετούσαν μακρυά, κοντά στο φάρο στο έμπα του Λιμένα μας.
Έριξα μερικά κόλλυβα πάνω στο βράχο που συνήθιζε να σγουρίζει τα χταπόδια του ο Ανέστης..
Κανένας γλάρος δε φάνηκε.
Είχαν περάσει σαράντα ημέρες!!!!.
Πάνω στα ψηλά αλμυρίκια λίγο πιο πέρα τα τζιτζίκια γάβριζαν.
Ύστερα σταμάτησαν και μόνο ένα, συνέχισε το τραγούδι ..
Θα ήταν από την ψυχή του Ανέστη που ανάλαφρη και φιλιωμένη πιά με τους γλάρους του μικρού μας Λιμένα, πετούσε ψηλά ....
Πάντως είμαι σίγουρο, ότι τραγουδούσε το παλιό εκείνο τραγούδι που πάντα να θυμάσαι:
"Τρι και τρι και τρι και τρι τι γλυκιά πουν η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή, τρι και τρι και τρι και τρι.."