Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Κάποιος ήρθε πριν από μένα!

.
Με ξάφνιασε.
Δεν περίμενα ποτέ πως, πριν από μένα, κάποιος είχε περάσει πέρα από τα πετρωμένα κύμματα των βράχων που αιωρούνται μεταξύ ουρανού και θάλασσας...


Δεν μπορούσα να εξοικειωθώ με την ιδέα πως κάποιος άλλος, θα μπορούσε να περάσει από εδώ...
Θα τον φόβιζαν, νόμιζα, τα βογγητά της θάλασσας που έρχονται από το βάθος των κρεμμασμένων βράχων.


Να όμως που αυτό, έγινε!!
Κάποιος ήρθε εδώ πριν από μένα.
Είχε αφήσει τα ίχνη του, πάνω στο βράχο της σπηλιάς μου..
Ακριβώς στο σημείο που θα' πεφτε η πρωτη ματιά, με την είσοδο στη σπηλιά !
Ήταν ένα άπλοϊκό κατασκεύασμα, που θύμιζε αρχαίο ιστιοφόρο.

Ποιός να το είχε αφήσει εκεί..
Ποιός να είχε περάσει τα απροσπέλαστα θαλάσσια τείχη του προσωπικού μου κάστρου?
Ποιά ήταν η αιτία που προκάλεσε αυτή την αναταραχή στην άδυτη επιφάνειά μου?
Ποιός θα μπορούσε να ακούσει τις θυσιαστικές εσώφωνες κραυγές μου, που χρόνια βρίσκουν καταφύγειο στις πτυχώσεις αυτών των βράχων..
Και ποιός να ακολούθησε τα απόκρυφα μονοπάτια του ψαχτικού αέρα που οδηγούν σε τούτη τη σπηλιά.!

Και όμως είχε έρθει!
Tο προπορευόμενο (πριν χρόνια) fractal!

'Οταν το αναγνώρισα, είπα να με υποβάλω στη δοκιμασία της αντοχής του χρόνου.
Τράβα, του είπα, μια λέξη μέσα από τη θάλασσα και μην μου πεις ποια είναι.
Θα την αναγνωρίσω καθώς θα πισωγυρίζει στον ήλιο, μια μια τις νότες που σου΄χαν μάθει τότε, αυτά τα ίδια κύμματα.....
Μη φοβάσαι δεν θα με παγιδεύσει η μελωδία της..
Είμαι γερά πια δεμένη στο μεσιανό κατάρτι..
Και έχω μάθει τα στενά μονοπάτια που οδηγούν στις μικρές παραλίες με τα λευκά βότσαλα..
Αλλά ακόμα και αν τύχει να με αιχμαλωτίσει η λέξη που θα τραβήξεις μέσα από τη θάλασσα, να ξέρεις θα' ρθουν άλλες λέξεις να με ελευθερώσουν....
Και ας κυνδυνεύσουν να χαθούν
Δεν λιγοστεύει η σιωπή, με λίγες λέξεις..
Μη φοβήθείς να μου μιλήσεις..
Μίλα μου όπως παλιά για εκείνα τα ταξείδια.....
Το ξέρω πως γιαυτό επέστρεψες εδώ μετά από τόσα χρόνια !.
Και ξέρω το λόγο που άφησες εκείνο, πάνω στο βράχο της σπηλιάς μου.


Ακριβώς αυτό που είχα αφήσει στο κομοδίνο μου, τότε...


Εκείνο που είχαν χτίσει τα αδέξια παιδικά μου χέρια..
Τότε που ονειρευόμουν μακρινά ταξίδια.
Τότε που έκλαιγα σαν είχα χάσει να δω την πανσέληνο.
Τότε που τα μικρά μου βήματα βυθίζονταν σε κοπιώδεις πορείες πάνω στην άμμο.
Τότε που ο Κίτσος μας (o αγαπημένος μου σκύλος) και εγώ ψηλαφούσαμε τον κόσμο..



Τότε που έψαχνα ό,τι, ποτέ δεν μου΄μελε να συναντήσω παρά μόνο σε κομμάτια ψυχής και πεταμένα σκόρπια κομμάτια ύλης...
Το πρώτο παιχνίδι που έφτιαξα με τα δικά μου χέρια.
Με υλικό ψυχής και σκόρπια κομμάτια ύλης.. Αλήκτυπα!!!

Φεύγω τώρα.
Τρέχω προς τα εκεί που μια μικρή στιγμή, φωνάζει πως πνίγεται..
Τρέχω να μην πνιγή και η τελευταία ελπίδα...