.Συνάντησα την πολιτεία του Βορρά , στο δρόμο μου για τα αρχαία μάρμαρα.
Ο ουρανός έτρεχε γρήγορα πάνω στα δένδρα .
Να φτάσω πιο γρήγορα εκεί που κανένας δεν θα με περίμενε.
Όταν έφτασα , η δύση καίγονταν απάνω στα τζάμια των παραθύρων .
Μπροστά στο μεγάλο κτίριο του Δημαρχείου,
μια σημαία χαστούκιζε τον αέρα..
Ήταν ημέρα γιορτής.
Ένα θαλασσινό απόγευμα σκορπούσε τη μοναξιά του, στους δρόμους.
Σαν να μου φάνηκε πως ηχούσαν τραγούδια παιδιών..
Ένα κάστρο ψηλά, δίπλωνε προσεχτικά το φως,
σαν κεντημένο τραπεζομάντιλο.
πελεκούσε ακούραστα τη σιωπή της.
Ετούτη την πόλη του Βορρά , την αγάπησα
Μα ακόμα δεν την είχα γνωρίσει.
Μόνο είχα μαζέψει στις χούφτες μου κόμπους από το φως
του νησιού μου, και περίμενα να με υποδεχτεί για να την ράνω..
και
και πάγωσε τις εικόνες του μυαλού..

Το πρωί ο ήλιος βγήκε , σκοντάφτοντας πάνω στα σύννεφα..
(Αν και δεν είχε κανένα λόγο να ανατείλει.).
Νωρίς-νωρίς μάζεψα τα μικρά μπογαλάκια των τραγουδιών μου.
Θα πήγαινα να αποθέσω το τάμα μου, στα αρχαία μάρμαρα.
Να τους ζητήσω να μου πουν το όνομά μου.


Να ξέρω, που είμαι.
Να ξέρω, ότι είμαι.
Να σμίξω με τον εαυτό μου, ανάμεσά τους.
Να έχω μια θέση μέσα στον κόσμο .
είχαν ανθίσει μικρά κίτρινα λουλούδια...
Ακριβώς σε μιας καθισιάς τόπο.
Απόθεσα εκεί τα αμαρτήματά μου, την ηλικία μου και το παρελθόν μου.
Δεν είχα τίποτα άλλο μέσα στις χούφτες μου.
Εξόν από τη λίγη ομίχλη που είχα μαζέψει,
γιατί νόμισα πως ήταν φως....
Ύστερα, στάθηκα κάθετος άξονας,
στο κέντρο της σκηνής του αρχαίου θεάτρου.
Και ήρθε πλάι μου, διπλωμένος σε οξεία γωνία,
ο ίσκιος του Χειμώνα.
Να μην αναγνωρίσω το πρόσωπό του.
Ήθελε να μου πει, αυτό που ήδη είχα μαντέψει.
Πως κάποτε θα έρθει να με βρει,
με ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα σε κάθε χέρι..
Άδικος κόπος.
Δεν θα ξέρει πως εγώ τότε θα έχω φύγει
από την πόλη που αγάπησα..
Πως θα έχω περάσει στην αντίπερα όχθη..
Τότε εγώ θα έχω μαζέψει τα τραγούδια και τις ζωγραφιές μου
και θα ταξιδεύω στην τροχιά της αστροφεγγιάς…
Ένας λευκός γλάρος,
που πάνω στα φτερά του έχω ακουμπήσει ότι πολύ αγάπησα,
θα με πάρει μαζί του.

Και αυτά τα λόγια θα μένουν πάντα εκεί.
Ανάμεσα στα αρχαία μάρμαρα και στην ομίχλη.
Σε μιάς καθισιάς τόπο.
Αναθηματική επιγραφή.
Περίληψη της ζωής μου.
Βαλσαμωμένο πουλί.....




