Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

Φθινόπωρο


Παντού απουσία.. .
Στην θάλασσα, στον ουρανό και στην αυλή μου .

Το ξέρω πως δεν υπάρχω πουθενά.. Εκεί στις σκοτεινές θάλασσες που ταξιδεύει ο νους σου, υπάρχουν μόνο τα μισοφωτισμένα μπαράκια που κρατουν συντροφιά στους ανικανοποίητους έρωτες της ζωής σου.
Εγώ το Φθινόπωρο, με τα σκουριασμένα Φύλλα, εγώ, είμαι Ξένο για σένα. Δεν υπάρχω πουθενά.
Ούτε στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων με τις αθλητικές ειδήσεις, ούτε στους καπνούς της όμορφης πόλης σου.. Στις φανταχτερές φωτογραφίες που σε κυκλώνουν, υπάρχουν μόνο οι διαφημίσεις των τσιγάρων και των περιοδικών με τις εφήμερες γόησσες των περιπτέρων... Εγώ δεν χωράω εκεί. Πολύ πριν έρθουν τα κύμματα , σάλευα πάνω στη υγρή άμμο, ψάχνοντας τα ίχνη από τα βήματα κάποιου άγνωστου Θεού..
Όμως τώρα είμαι εδώ και σε περιμένω. Τα ευαίσθητα κυκλάμινα βρήκαν τη δύναμη να τρυπήσουν τη Γη. Και να αφήσουν μιά πινελιά ροζ πάνω στα γκρίζα βράχια. Στην αυλή μου κουρνιάζουν τα μικρά πουλιά που φοβούνται την κατεγίδα. Χωράφι απλώνεται η ζωή μου , να ποτιστεί με τη βροχή των ματιών σου. Θα έρθεις το ξέρω. Σε περιμένω. Γιατί επί τέλους έμαθες και εσυ να κλαις. Τώρα τα χέρια σου μπορούν να οργώσουν το κορμί μου. Και να μετρήσουν τις βαθειές αυλακιές που τεμαχίζουν σαν μεσημβρινοί τη σφαίρα της μοναξιάς μου.
Και ένα ουράνιο τόξο να απλωθεί στον ουρανό για να πει πως , τέλειωσε η βροχή των δακρύων. Εγώ το Φθινόπωρο είμαι που σου μιλώ.

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

H Ποντιακή Λύρα.


Φίλοι μου. Ότι θα σας πω με αυτό το κείμενο, είναι για μένα εξομολόγηση. Είναι μιά μνήμη που ήθελα να την κρατώ μέσα μου βαθειά και να μην την εκθέτω στο φως. Για να μην ξεθωριάση. Η συγκίνηση όμως που με συνεπήρε απαντώντας σε ένα σχόλιο της τελευταίας ανάρτησης του Νikiplos αναίρεσε την αποφασή μου. Σας την εμπιστεύομαι λοιπόν και ελπίζω να μην κακοποιηθή με διάφορους χαραχτηρισμούς. Όσοι φίλοι επιμένουν να με επισκέπτονται πιστεύω πως μπορούν και να με καταλάβουν.
Δεν έχει περάσει ακόμα ένας χρόνος από την τελευταία μου επίσκεψη στην Κωσταντινούπολη. (Πέρυση τέλος Οκτωβρίου).
Η παρέα μου τα βράδυα σκόρπιζε. Ο καθένας ήθελε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσωπικά δεν ήθελε να κάνω τίποτα. Μόνο να τριγυρίζω ολομόναχ- στους δρόμους της Πόλης και να ακούω τη φωνή της . Αλλά και την εντός μου φωνή. Έτσι ένα βράδυ καθώς τριγύριζα σε κάτι στενά κοντά στην οδό Πέραν την άκουσα. .. Ήρθε στα αυτιά μου ανακατεμένη με πολλές άλλες φωνές . Σιγά-σιγά η ψυχή μου την φίλτραρε και ακούστηκε καθαρή και κρυστάλινη. Το κάλεσμά της ήταν ξεκάθαρο. Έτρεξα κοντά της. Ήταν στην αγκαλιά ενός μαυριδερού ανθρώπου που σχεδόν απλωνόταν επάνω της και την σκέπαζε. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι του πάνω στα γόνατα και τα χέρια του την έσφιγκαν πάνω στα πόδια του.
Αυτή ήταν . Την αναγνώρισα. Γύρω-γύρω της, μαζεμένος κόσμος. Οι περισσότεροι νέοι. Άφωνοι. Μερικοί με κλειστά μάτια κουνούσαν παράξενα το σώμα τους. Όταν κατάφερα να αρθρώσω λόγο, τον πλησίασα. Τον ακούμπησα στον ώμο. Δεν αισθάνθηκε καν, το άγγιγμά μου. Τον ρώτησα:
- Είσαι Έλληνας? Γύρισε το πανάσχημο πρόσωπό του σε μένα. Ένιωσα να με διαπερνούν δυό μάτια που έκαιγαν. Με κοίταζε αλλά δεν μιλούσε. --Είσαι πόντιος? τον ξαναρώτησα. Σιωπή. Η φλόγα των ματιών του έδειχνε την τεράστια προσπάθειά του να με καταλάβει.
-Τραπεζούς? Άστραψαν τα μάτια του , μου έγνεψε καταφατικά και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μιά χαραμάδα σαν χαμόγελο...Ύστερα χωρίς να χάσει το χαμόγελο, ξανάπεσε πάνω στη λύρα του και συνέχισε να παίζει με μανία. Τρελή. μανία . Παραμέρισα το κουτί που είχε πλάϊ του για να του ρίχνουν χρήματα και κάθησα κοντά του.. Έβαλα και εγώ το κεφάλι μου πάνω στα γόνατα, έκλεισα τα μάτια και τον άκουγα να συνεχίζει την μελωδία που έρχονταν από τα βάθη των αιώνων. Την μελωδία της λύρας του Ορφέα, που ο έρωτάς του έδεινε δύναμη στα κουπιά της Αργώς...Ύστερα γινόταν ανεμος στα πανιά των ιστιοφόρων και υγρό πύρ που εκσφενδόνιζαν βυζαντινά χελάνδια δρώμωνες και πάμφυλοι.
Ταξίδευα.. Κάποια στιγμή άκουσα κάποιον να λέει στα αγγλικά σε κάποιον. "Αυτή η μουσική πρέπει να είναι Ελληνική" Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα ένα μαυριδερό άνθρωπο (μετά έμαθα πως ήταν πέρσης δημοσιογράφος που συνόδευε στην Κωσταντινούπολη κάποια αποστολή) να μιλά με ένα γιαπωνέζο.
-Ναι, απάντησα. Αυτη είναι Ελληνική μουσική.
-Είναι Έλληνας? με ρώτησε.
-Ναι απάντησα, χωρίς καμιά αμφιβολία. .
-Εσείς είστε από την Ελλάδα? με ρώτησε.
- Ναι .
-Ωραία, θέλω να μιλήσω μαζί του, είμαι δημοσιογράφος.
Εντωμεταξύ η λύρα συνέχιζε να σπαράσει, χωρίς την παραμικρή διακοπή. Έπαιζε..Έπαιζε.. Έπαιζε
-Θα με βοηθήσετε να του μιλήσω? με ρώτησε πάλι.
-Δεν μπορώ.
- Γιατί?.
-Δεν ξέρει Ελληνικά!.
-Μα είπατε πως είναι Ελληνας..
-Ακριβώς
-Τότε πως γίνεται να μην ξέρει Ελληνικά?
Γίνεται!... Διόμυση χιλιάδες χρόνια πριν από το Χριστό ένα μαγικό πλοίο, η Αργώ, ξεκίνησε με αρχηγό τον Ιάσωνα για τη χώρα της Φρυγίας.. ...και
η ιστορία μου προχωρούσε μέσα στους αιώνες μέχρι που έφτασε στην άλωση της Πόλης. Ο κύκλος γύρω μας όλο και μεγάλωνε. Και η λύρα συνέχιζε να παίζει με ένα τρελλό ρυθμό και να σαρώνει, τα τείχη. Να αλώνει την Πόλη, μέσα από τα τείχη αυτή τη φορά. 'Ετσι τουλάχιστον νόμισα εκείνη τη στιγμή. Αλλά και τις άλλες νύχτες που η ιστορία αυτή (χωρίς τους δημοσιογράφους) επαναλλαμβανόταν. Ξεκινούσαμε από τις 9 περίπου κάθε βράδυ, και φτάναμε μέχρι τα ξημερώματα. Νομίζω πως μετά έπιανε δουλεια κάπου, γιατί έφευγε βιαστικός και την ίδια πάντα ώρα. Το τελευταίο βράδυ ήταν δραματικό και για τους δυό μας. Κλάψαμε πολύ ώρα ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Το τελευταίο εκείνο βράδυ δεν γύρισα στο ξενοδοχείο . Έμεινα σε ένα καφενέ (στην οδό Πέραν διανυκτερεύουν) και ήπια τσάϊ και ναργιλέ.(και όμως δεν καπνίζω). Το πρωί φύγαμε. Όταν πέρυσι στα τέλη του Οκτώβρη άφηνα πίσω μου την Κωσταντινούπολη, ήξερα πολύ καλά πως άφηνα πίσω ένα κομμάτι πατρίδας να αγωνίζεται με τη λύρα και να διδάσκει ιστορία , από τα βάθη της Ανατολής μέχρι τις εσχατιές της Δύσης.. Πολύ σύντομα θα πάω να το ξαναβρώ.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

To "είναι" και το "έχειν"



Φίλοι, μόλις γύρισα από τη θάλασσα. Όσο φεύγει το καλοκαίρι τόσο πιό υπέροχα θελκτική γίνεται. Ξεκίνησα να κολυμπώ από τις αρχές του Απρίλη..Όμως αυτές τις μέρες όταν πέφτω στην αγγαλιά της, νομίζω πως γίνεται για πρώτη φορά. Ας είναι. Έξω από τον μικρό κολπίσκο της παραλίας που συνηθίζω να κολυμπώ ( σε απόσταση μισής ώρας κολύμπι από τη μικρή παραλία), υπάρχει ένας βράχος τελείως επίπεδος, που λες και κάποιος τον έβαλε εκεί για να κάθεται κανείς, να αγναντεύει το πέλαγος και να σκέπτεται. Τον βράχο αυτό τον επισκέπτομαι συχνά , συνήθως για να πώ κανένα θαλασσινό τραγουδάκι. Σήμερα πήγα με παρέα. Η συντροφιά μου ήταν ο Βασίλης Φίλιας. Κουβεντιάσαμε ώρες. Ακμαίος διανοητής και μεγάλος δάσκαλος, δεν χορταίνεις να κουβεντιάζεις μαζί του. Δίναμε τη βουτιά της εγκατάληψης του βράχου όταν μου είπε την κουβέντα που συνόψισε όλη μας τη συζήτηση και που θέλησα να σας μεταφέρω: -Τι τα θέλεις τα περιτά , όλο το πρόβλημα του ανθρώπου είναι η νοηματοδότηση της ζωής του. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του. Το πρόβλημα της νεολαίας σήμερα είναι αυτό ακριβώς . Η ανοηματοδότηση της ζωής. Όι σημερινές κοινωνίες φροντίζουν να αντικαθιστούν το "είναι" των ανθρώπων με το "έχειν". Και ο αγώνας των σύγχρονων ανθρώπων είναι για το "έχειν" και όχι για το "είναι"....
Φίλοι μου Όταν οι κουβέντες αυτές γίνονται πάνω σε ένα βράχο καταμεσίς του πελάγου όπου το μόνο "έχειν" σου είναι, μόλις μερικές πεταλίδες για φαγητό, ενώ το μυαλό και η ψυχή σου απλώνεται στο άπειρο και νιώθεις πως μπορεί κάποια στιγμή να περάσεις και πέρα από αυτό, τότε η ζωή σου πραγματικά πέρνει άλλο νόημα. Υπάρχεις με ένα άλλο τρόπο... Δοκιμάστε τον.
Δεν θα χάσετε....

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Το μήνυμα

Χθες το πρωϊ, πήρα ένα μήνυμα:
Το απόγευμα θα έμπαινε στο λιμανάκι του χωριού μου, ένα ιστιοφόρο που είχε κάνει το γύρο του κόσμου. Το ιστιοφόρο κρατούσε ένα μήνυμα για μένα! .
Έφτασα αργά το βράδυ. Το ιστιοφόρο ήταν ήδη στο λιμάνι, αρόδο. Είδα σκιές να κινούνται πάνω στο σκάφος. Έβγαλα ένα μεγάλο άσπρο μαντήλι και έκανα νόημα στις σκιές. Δεν πήρα απάντηση. Περίμενα ..
Σε λίγο, το μικρό τέντερ, έφερνε στο μώλο μια νέα γυναίκα με το σκυλάκι της. Σημείο αναγνώρισης. Η γυναίκα μου έδωσε τυλιγμένο πρόχειρα σε ένα χαρτί, κάτι. Το άνοιξα.
Ήταν ένα μικρό κοχύλι που μέσα του ήταν στριμωγμένο ένα άσπρο χαρτί... Το ξεδίπλωσα.
Ήταν ένα κακογραμμένο, βιαστικό σημείωμα: "Φιλάκια. Έκτωρ". Ξαφνικά ένοιωσα πως είμουν ο πιό ευτυχισμένος, ο πιό πλούσιος, ο πιό δυνατός άνθρωπος πάνω στη Γη. Το σημείωμα και ο τρόπος που είχε φτάσει σε μένα!!! Τίποτα άλλο. Αυτό το ελάχιστα μικρό με είχε κάνει βασιλειά του κόσμου!!! Έκτωρ, σου είμαι ευγνώμων για την ενθρόνιση!!!.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

Τα Χέρια των ανθρώπων.



Συνηθίζω να κάνω μικρές και μεγάλες περιπλανήσεις στους λόφους γύρω από το χωριό μου. Σε αυτές τις στιγμές τις ιδιαίτερες , την ώρα που δύει ο ήλιος, όλλα τυλόγονται με την πορφύρα που ξεχυλίζει από τον κουβά του ήλιου. Και όλα αποκαλύπτουν την "ουσία" και τον "λόγο". Κάθησα λοιπόν κατάχαμα για να παρακολουθήσω από κοντά μια μυρμηγκοφωλιά... Σίγουρα ξέρετε τι σας λέω.. Εκατοντάδες μυρμήγκια πηγαινοέρχονται και κουβαλούν τεράστια σε σχέση με το μέγεθός τους φορτία... Σκέφτηκα να βοηθήσω μερικά από αυτά να κάνουν πιό ξεκούραστα τη δουλειά τους. Τα σήκωνα μαζί με το φορτίο τους και τα πήγαινα πιό κοντά στη πόρτα της φωλιάς. Ύστερα τα άφηνα ελεύθερα, να μπούν μέσα και συνέχιζα βοηθώντας άλλα. Που να φανταστώ πως αυτό θα προκαλούσε μεγάλη σύγχυση στην κοινωνία των μυρμηγκιών. Γιατί; Όσα είχαν την εμπειρία της εναέριας μεταφοράς , μιλούσαν για θαύμα στα υπόλοιπα, που βέβαια δεν τα πίστευαν και εκνευρισμένα αντιμηλούσαν για ασύστολη κοροϊδία. Την κρίσημη στιγμή, ένα μικρό μυρμήγκι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή τριγύριζε άσκοπα, πήρε το λόγο. Ανέβηκε στις πλάτες του παππού του, για να κοιτάξει μακρυά και να οραματιστεί. Ύστερα μίλησε στην κοινότητα των μυρμηγκιών με τα πιό κάτω λόγια: "Αντιλαμβανόμαστε τα αντικείμενα τα φαινόμενα και τις εξελεκτικές διαδικασίες του φυσικού κόσμου καθώς και τις λειτουργικές οργανώσεις του φυσικού και του κοινωνικού κόσμου μας, ως σχήματα και ως μορφές που δραστηριοποιούνται στον χώρο και το χρόνο. ... Συνέλεξα μερικές πληροφορίες από τα μέλη της κοινότητάς μας, που έζησαν το θαύμα.. Κωδικοποίησα τα σχήματα και τις μορφές και έφτιαξα σύμβολα., Επεξεργάστηκα τον αλγόριθμο εμφάνησης των διάφορων συμβόλων στην ακολουθία των κωδικών. Ύστερα έσυρα το σημείο πάνω στην επιφάνεια του μαλακού χώματος. Σχηματίστηκαν έτσι δύο μεγάλα δουλεμένα ανθρώπινα χέρια με φουσκωμένες φλέβες στη ράχη τους, σκληρές παλάμες, ταλαιπωρημένα δάχτυλα και με απερηποίητα καθαρά νύχια.. Έτσι έβγαλα το συμπέρασμα πως: Τα χέρια των ανθρώπων είναι που κάνουν τα θαύματα....Τότε όλα σώπασαν για να σκεφτούν.
Και ύστερα ζήσαν αυτά καλά και εμείς καλλύτερα.....

Υ.Γ Το παραμύθι αυτό το αφιερώνω σε ένα φίλο blogger (που κρατώ μυστηκό το όνομά του) που μου εξωμολογήθηκε πως ζει με παραμύθια!
...Και στον Αστυάνακτα, (τον εγγονό μου) επειδή του είπα πως δεν λέω παραμύθια...

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2008

Διαβάζω στον ελληνόφωνο διεθνη τύπο

http://www.greekamericannewsagency.com/gana/index.php?option=com_content&task=view&id=3302&Itemid=83

Ρίξετε και σεις μιά ματιά. Συμβαίνουν στις εσχατιές του Αιγαίου...
Ελεύθεροι πολιορκημένοι μέσα στο κάστρο τραγουδούν..
Τι περιμένετε πολιορκημένοι στα τείχη της κατανάλωσης ?

http://www.greekamericannewsagency.com/gana/index.php?option=com_content&task=view&id=3303&Itemid=83


Και μιά ελάχιστη γεύση από το ολονύκτιο γλέντι. Στο "διαβάστε περισσότερα" έχει δύο lings "ΕΔΩ" και "ΕΔΩ"

GreekAmericanNewsAgency

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Η παράδοση

Σήμερα 20 Ιουλίου . Χρόνια πολλά στους φίλους που γιορτάζουν με το όνομα Ηλίας, ή .......Ποσειδώνας.
Μη βιαστείτε να μου προσάψετε την μομφή ότι προσκυνώ τα είδωλα. Ψάχνω απάντηση στο ερώτημα που μου έβαλε ένα καταπληκτικό κείμενο που για πολλοστή φορά διάβασα φέτο το καλοκαίρι , με την ευκαιρία κάποιου συνεδρίου στο οποίο με κάλεσαν να κάνω ομιλία.
Την ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Ποσειδώνας ή Προφήτης Ηλίας: Και εξηγούμαι :
Είναι γνωστό πως τα εξωκκλήσια του Προφήτη Ηλία είναι χτισμένα πάντα στις κορφές των λόφων. Σύμφωνα με την παράδοση ο Προφήτης Ηλίας ήταν ναυτικός. Όταν αποφάσισε να απομακρυνθεί από τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στην πνευματική αναζήτηση του Θεού, σκέφτηκε να απομακρυνθεί όσο γίνεται περισσότερο από την θάλασσα, που η αγάπη της θα γινόταν εμπόδιο στην απόφασή του. Έτσι πήρε ένα κουπί στον ώμο και οδηπόρησε μακρυά από τη θάλασσα. Όσο οι άνθρωποι που συναντούσε τον ρωτούσαν που πάει με το κουπί στον ώμο , τόσο εκείνος συνέχιζε να ανεβαίνει στα βουνά. Όταν κάποια στιγμή σταμάτησαν να τον ρωτούν, ρώτησε εκείνος τους ανθρώπους που συναντούσε τι ήταν αυτό που κρατούσε. Όταν του απάντησαν ότι ήταν δικέλι, τότε αποφάσισε να εκγατασταθεί εκεί, μπήγοντας το κουπί στη γή και να μονάσει.
Να και οι στίχοι της Λ Ραψωδίας: (119-133)
<< Όμως γι άυτά θα γδικιωθής, σου λέω εγώ, σα φτάσεις κι αφού μες τα παλάτια σου χαλάσεις τους μνηστήρες, με απάτη ή κι ολοφάνερα με κοφτερό λεπίδι, θα σύρεις τότε παίρνοντας το δυνατό κουπί σου, να πας στη χώρα των αντρών που θάλασσα δεν ξέρουν, και που φαί δεν συνηθούν να τρώνε αλατισμένο, και μήτε κοκκινόπλωρα καράβια αυτοί γνωρίζουν, μήτε τα δυνατά κουπιά, που΄ναι φτερά των πλοίων. Να και σημάδι ξάστερο, που δε θα σου ξεφύγει. Σαν ανταμώσεις άλλονε στο δρόμο ταξιδιώτη, και λέει δικράνι πως βαστάς στον ώριο σου τον ώμο, τότες το δυνατό κουπί μπήξε στη γης, και κάμε καλόδεχτες θυσίες εκεί στο ρήγα Ποσειδώνα, κριάρι, ταύρο σφάζοντας, κι αγριόχοιρο βαρβάτο και γύρνα στην πατρίδα σου εκατοβοδιές να κάμης ιερές για τους αθάνατους, που ορίζουνε τα ουράνια. Φίλοι . Παράδοση είναι ο βιομένος χρόνος του πολιτισμού.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΗ

Ο Θεοδόσης είνα ένα παιδί 80 και, χρόνων και είναι ο Ντελάλης του χωριού μου.
Ο Θεοδόσης μας δίνει ακόμα πληροφορίς και προβλέψεις για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στο χωριό , για την κατάσταση πλευσιμότητας και κολύμβησης των γύρω από το χωριό θαλασσών, και παραλιών. Τις περισσότερες φορές ούτε οι προβλέψεις, ούτε οι πληροφορίες είναι σωστές. Παρ όλα αυτά θεωρούμε όλοι υποχρέωσή μας να τον συμβουλευτούμε. Με προθυμία μας απαντά ακόμα και αν πρόκειται για ερώτηση που αφορά τις καιρικές συνθήκες της ίδιας ημέρας αλλά του επόμενου χρόνου. Κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας στην εκκλησία, ο Θεοδόσης δεν επιτρέπει να γίνονται λάθη. Επεμβαίνει αμέσως, διορθωτικά. Οι ψάλτες και τα παπαδάκια ακολουθούν πιστά τις υποδείξεις του. Όπως καταλαβαίνεται για τους ψάλτες μας, δεν ισχύει το "απορία ψάλτου βιξ" γιατί οι ψάλτες δεν προφτάνουν να έχουν απορίες. Στο Θεοδόση όπως και σε όλα τα παιδιά αρέσουν τα γλυκά. Κάθε φορά που περνά έξω από το σπίτι μου ,με φωνάζει για να με χαιρετίσει και να τον αντιχαιρετίσω με ότι γλυκό βρίσκεται. Και αυτό όχι χωρίς υστεροβουλία από πλευράς μου. Φοβάμαι μην πάθει κάτι ο Θεοδώσης, Τον φροντίζω γιατί τρέμω τη στιγμή που δεν θα είναι πιά ανάμεσά μας.. Η απόλεια του Θεοδώση θα είναι για μένα μιά ακόμα απόλεια του στοιχείου της αγαπητικής κοινωνίας που βιώνετα αιώνες τώρα στον τόπο μου.
Χθες άκουσα πάλι την τραγουδιστή φωνή του να με φωνάζει. Τον κέρασα βερύκοκα και κουλουράκια και καθώς με ευχαριστούσε τον παρακάλεσα να προσέχει τον εαυτό του για να μην πάθει τίποτα. -Ε κιαν πάθω.. ήντα ..απέ τους μετρημένους (τους ξεχωριστούς, τους λίγους) ..είμαι. .. Έν θα χάει (χάσει) δα, η Βενετιά βελόνι...
-Και βέβαια είσαι από τους μετρημένους Θεοδόση. Βοηθάς στην εκκλησία, μας λές τον καιρό, μας συμβουλέυεις που να κολυμπήσουμε, ντελαλίζεις ότι πρέπει να μάθουμε.
-Ε..αυτά τα κάνει το μεγάφωνο (του γραφείου της κοινότητας) και οι τηλεοράσεις πιό καλά από μένα. -Όχι το μεγάφωνο και οι τηλεοράσεις δεν γυρνούν μέσα στο χωριό σε κάθε γειτονιά. Έπειτα η δική σου φωνήη είναι όμορφη. Εμείς εσένα θέλουμε να ακούμε..
Μου απάντησε με μιά φωνή γεμάτη αγωνία, για την απάντησή μου: -Δηλαδή μου λές πως είμαι και εγώ χρειαζούμενος στο χωριό; Του έγνεψα με νόημα , πως ναι ήταν , γιατί φοβήθηκα πως η φωνή μου θα πρόδιδε την συγκίνησή μου. Όμως τώρα μπορώ να του απαντήσω: Ναι Θεοδόση είσαι πολύ χρειαζούμενος στο χωριό, και όχι μόνο για τις υπηρεσίες που προσφέρεις. Είσαι πιό χρειαζούμενους από αυτούς που εσύ θεωρείς "μετρημένους".
Πιό χρήσιμους από όλους μαζί τους μορφωμένους, τους έξυπνους και τους πλούσιους που έχουν την αγωνία να είναι χρήσιμοι μόνο για τον ευατό τους.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

Ένα Προσκήνυμα.

Δεν πάει πολύ ώρα που γύρισα σπίτι, μετά από ένα προσκήνυμα στη Μαύρη Ράχη των Ψαρών. Δεν θα ήθελα να γίνω κουραστικ- και να επαναλάβω ιστορίες γνωστές σε όλους μας. Όμως ήθελα να σας πω, πως κάθε φορά που πατάω το πόδι μου σε αυτόν τον ιερό τόπο της θυσίας, με διαπερνά η ίδια συγκίνηση. Ένας ξερόβραχος, μιά απέραντη θάλασσα και ένα εκτυφλωτικό φως.. Τίποτα άλλο. Με αυτά τα υλικά, φίλοι, χτίζεται το όραμα της ελευθερίας.
Της ελευθερίας που διεκδικεί ένα χαραγμένο στεγνό, ροζιασμένο χέρι, που κρατά ένα δαυλό . Μιά ανεξάντλητη στους αιώνες πηγή φωτός, αυτός ο δαυλός. Τίποτα δεν μπορώ να σας μεταφέρω. Μόνο ότι μεταφέρεται με μιά βαρειά σιωπή. Μιά μικρή αυλη γεμάτη θαύματα. Ένας τόπος που δίνει σάρκα και οστά στα όσια και ιερά αγαθά, στη θυσιαστική αφοσίωση στο όραμα της ελευθερίας . Πιό πάνω από ότι μπορώ να σκεφτώ. Να ανασαίνω ελεύθερα κοιτάζοντας το πέλαγος. Να χτίζω με σύννεφα και με φως τη Νίκη της Σαμοθράκης.
Και ο γέρο Κωσταντής; Aπό τι υλικό άραγε ήτα φιαγμένος;
Θα σας πω μόνο ένα πραγματικό περιστατικό που διηγήθηκε Γάλλος πρέσβυς και έχει καταγραφεί. Ο Κωσταντίνος Κανάρης που υποκλίνονταν όλοι στην αγνή του αγάπη στην πατρίδα, είναι γνωστό πως ανέλαβε πολλές και δύσκολες αποστολές στο νεαρό Ελληνικό κράτος, σαν υπουργός ναυτικών, πρωθυπουργός κατ' επανάληψη και σε κρίσημες για την εθνική ενότητα στιγμές κλπ. Ζούσε σε ένα σπίτι στην Κυψέλη ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους της καθημερινότητας. Είχε κοτέτσι και μπαξέ που τον περιπιόταν η γυναίκα του. Όταν μιά από τις φορές που ήταν πρωθυπουργός τον επισκεύθηκε ο νέος Γάλλος πρέσβυς στην Ελλάδα για να δώση τα διαπιστευτήριά του , ο κυρ Κωσταντής του ζήτησε να μείνει το μεσημέρι για να φάνε μαζί. Ο πρέσβυς δέχθηκε με δέος την πρόσκληση (και περιγράφει τα συναισθήματά του, στα απομνημονεύματά του.) Ήξερε πως είχε μπροστά του τόν φοβερό άντρα που πυρπόλησε την πανίσχυρη Τουρκική Ναυαρχίδα. Τον φόβο και τον τρόμο των Τούρκων. Ο κυρ Κωσταντής τότε φώναξε την γυναίκα του.
-Κυρά Δέσποινα πιάσε και σφάξε ένα κόκκορα, ο κύριος πρέσβυς θα φάει μαζί μας...(Η κυρά Δέσποινα ήταν πρακτική μαία).
Ο Πρέσβυς ξαφνιάστηκε
-Πως είναι δυνατόν εξοχώτατε να ζητάτε από τη σύζηγό σας να σφάξει τον κόκκορα!.
-Ναι κύριε πρέσβυ, απάντησε ο Κανάρης, ντροπιασμένος. Εκείνη είναι πιό γεναία από μένα. Εγώ αποφεύγω τα αίμματα!!!!
Φίλοι, αυτός ήταν ο Κωσταντίνος Κανάρης. Πέθανε φτωχός. Είναι θαμμένος στο πρώτο νεκροταφείο πλάϊ στην αγαπημένη του γυναίκα την κυρά Δέσποινα Μανιάτη Κανάρη. Πιό δίπλα είναι και ο τάφος του Κοραή. Όσοι νιώθετε την ανάγκη αλλά δεν μπορείται να πάτε να προσκυνήσετε στον ξερόβραχο των Ψαρών το χώμα, το φως, και τη θάλασσα που τον γέννησαν, περάσετε και ρίξετε ένα λουλούδι στον τάφο του αυτές τις ημέρες μνήμης. Ας είναι κατακόκκινο. Τα κόκκινα λουλούδια δεν τα φοβόταν και ας έχουν το χρώμα του αίματος. Αυτό θα το κάνετε αντί σχολίου σε αυτή την ανάρτηση. Γρήγορα θα αναρτήσω και φωτογραφίες από το προσκύνημά μου εκεί. Και η θάλασσα δοκίμασε το πόσο θέλαμε να πάμε. Προσπάθησε να μας εμποδίσει με ανέμους οκτώ μποφώρ. ... παρά λίγο να κάναμε παρέα στο "Θεόφιλος" Περάσαμε πλάϊ του. Έχετε τα χαιρετίσματά του...

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

Φίλοι ξεκινώ πρώτη να γράφω μιά ιστορία από τα παιδικά μου χρόνια. Ήταν το αποτέλεσμα από ένα ερέθισμα που δέχθηκα από τον Ντελάλη και που αφιερώνω στον Gskastro. Τον πιό πιστό μου φίλο στα bloggs.
Σας προσκαλώ να θυμηθήτε για το χατήρι της παρέας μας, μια παιδική ιστορία σας.
******
Δεν μπορώ να πω πως τα γυαλιά της γιαγιάς μου, καθώς τα΄βλεπες με πρώτη ματιά ήταν τόσο διαφορετικά από τα γυαλιά των άλλων. Μα στην πραγματικότητα αυτά τα γυαλιά ήταν πολύ πιό διαφορετικά από όλα τα γυαλιά του κόσμου. Ήταν μαγικά. ..Ναι πράγματι τα γυαλιά της γιαγιάς μου ήταν μαγικά. Αυτό όμως η γιαγιά δεν το'ξερε. Γιατί σε κείνην συμπεριφέρονταν σαν κανονικά γυαλιά. Όταν δεν τα φορούσε , τα έβαζε στο σακκουλάκι τους και τα ακουμπούσε πάνω στο σεντούκι που ήταν πλάϊ στο κρεββάτι της. Τότε εκείνα έβγαζαν το αυτάκι τους μέσα από το σακκουλάκι και μου΄γνεφαν πονηρά.
Και εγώ δεν έχανα ευκαιρία. Έτρεχα κοντά τους,, τα΄χωνα κρυφά στον κόρφο ή την τσέπη μου και τρέχαμε στα χωράφια. Έτσι άρχιζε πάντα η περιπέτειά μας.Τα΄βαζα στα μάτια μου και αρχίζαμε τα παινίδια. Τα διαβολόγυαλα άνοιγαν κάτι τεράστιους λάκους μπροστά μου, που όλο νόμιζα πως θα΄πεφτα μέσα. Με έκαναν να περπατώ σαν μεθυσμέν- και όλο σκόνταφτα και έπεφτα. Δεν ήταν να βλέπεις τα δέντρα με εκείνα τα γυαλιά.Οι κορμοί τους μεγάλωναν ξαφνικά και εκεί που ήταν μιά τόση δα αμυγδαλίτσα , ξαφνικά ο κορμός της γίνονταν χοντρός σαν της ελιάς και λύγιζε εύπλαστος σαν μαστίχα. Άν πάλι έβλεπες τον τοίχο, ο τοίχος βάθαινε σαν σπηλιά και αν προσπαθούσες να μπείς στη σπηλιά έσπαζες το κεφάλι σου. Αν έβλεπες τη γάτα μας , γίνονταν σα θεριό και αν προσπαθούσες να μετρήσεις τα δάχτυλά σου , ενώ μπορούσες να τα πιάσεις δεν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις. Τώρα αν αυτά τα γυαλιά τα΄βαζες πάνω στο μπράτσο σου, κόντρα στον ήλιο,έβλεπες δυό μικρά αστεράκια να καρφώνονται πάνω του και ένοιωθες τέτοιο τσούξιμο απ΄το κάρφωμα, σαν να΄χες φάει την πιό δυνατή τσιμπιά. Όμως η Γιαγιά όλα αυτά δεν τα ήξερε. Νόμιζε πως έπερνα τα γυαλιά της μόνο για να τα σπάσω ή για να χαλάσω τα μάτια μου όπως έλεγε θυμωμένα. Πως να καταλάβει η γιαγιά πως τα γυαλιά της ήταν μαγικά και πως μπορούσα να προδώσω το μυστικό μας. Την κοίταζα σαν τα φορούσε. Ήταν πότε για να διαβάσει το γράμμα της θείας μου, της κόρης της που έλειπε χρόνια στην Αμερική, πότε για να διαβάσει το Ευαγγέλιο, πότε για να δει τις φωτογραφίες των ξαδέλφων μου και να μην μπορεί να αποφασίσει σε ποιόν μοιάζουν. Ή πάλι για να βγάλει κανένα αγγάθι η αχινιό από τις πατούσες μου .Σε τέτοιες περιπτώσεις τα γυαλιά της γιαγιάς έπερναν ένα ύφος σοβαρό και αδιάφορο και έκαναν σαν να με έβλεπαν πρώτη φορά. Και τότε εγώ έκανα πως δεν καταλάβαινα...Καμιά φορά όταν ξεμάκραινα από το σπίτι και περνούσα το βαθύ αυλάκι που τότε έλεγα ποταμό, εκείνα ήξεραν πως να καλέσουν τις νεράϊδες από τις ψυλές χαρουπιές και αυτές να μου πονούν το κεφάλι και να νιώθω αδιαθεσία που έφτανε μέχρι τον εμμετό. Τότε άρχιζε η γιαγιά να με ξεματιάζει..μα τα χωμένα μέσα στον κόρφο μου γυαλιά την κορόϊδευαν και με τσιμπούσαν συνομωτικά... Εκείνα τα αστεία και μαγικά γυαλιά που δεν είχαν το ταίρι τους πάνω στη Γη, τυλίχτηκαν στη σιωπή και το πένθος σαν πέθανε η γιαγιά. Τα πήρε η μάνα τα τύλιξε μέσα στο σακκουλάκι τους και τα έβαλε μέσα στο σεντούκι. Δεν τα ξανάδα πιά. Ύστερα από πολλά χρόνια, σαν ήρθε η θεία από την Αμερική και άνοιξε η μάννα το σεντούκι της γιαγιάς,τα ξανάδα. Ήταν όμως βουβά, πεθαμένα, άψυχα. Δεν μπορούσαν πιά να μου γνέφουν η να μου κλείνουν το μάτι.. Τα γυαλιά της γιαγιά είχαν πεθάνει μαζί της.
Μα κάθε Μεγάλη Παρασκευή την ώρα που ψέλνουμε τα εγγωμια γύρω από τον Επιτάφιο νιώθω τις ψυχές όλων των πεθαμμένων μας να σκύβουν μαζί μας για να προσκυνήσουν το ενταφιασμένο Ιησού. Και καθώς ψάχνω να διακρίνω ανάμεσα τους την ψυχή της γιαγιάς, μέσα στους πολυελαίους το θυμίαμα και τα δάκρυα, βλέπω δυό μικρά αστεράκια να συνοδεύουν την ψυχή της καλής μου γιαγιάς. Σίγουρα θα είναι τα γυαλιά της.

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

H Bίγλα μου


Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Πρέπει να ξέρεις για μένα το fractal πως.......

Θέλω να μάθω γιά σένα :


Έχεις περάσει ποτέ από τα τέσσερα στάδια του πένθους;
Εξηγούμε: Πρώτο στάδιο. Αρνηση. Δεν θέλεις να δεχτείς αυτό που συνέβει. Αρνείσαι να το πιστέψεις.
Δεύτερο στάδιο. Οργή. Νοιώθεις βαθύτατη οργή για εκείνον που προκάλεσε αυτό που συνέβει. Θέλεις να τον πονέσεις όσο γίνεται πιό πολύ. Αυτό πονά και εσένα πολύ, πάρα πολύ.
Τρίτο στάδιο. Κατάθληψη. Θέλεις να γίνεις ένα κουβάρι γύρω από τον εαυτό σου και να πεθάνεις. Δεν σε ενδιαφέρει τίποτα. Η ομορφιά που κάποτε σε συγκλόνιζε τώρα σε κάνει να απελπίζεσε. Θέλεις να κοιμάσε γιατί ο ύπνος είναι σαν θάνατος. Δεν μπορείς να αποκωδικοποιήσεις την έκφραση στα μάτια των ανθρώπων. Έχει καταστραφεί το softaware. Πρόσεξε. Δεν πρέπει να πεθάνεις.
Τέταρτο στάδιο. Αποδοχή. Ακόμα δεν μπορώ να το περιγράψω. Μήπως μπορείς εσύ;